Αδίστακτα απογεύματα

Bruno Barbey
Καταψηφίζαμε τον ήλιο.
Ασταμάτητα.
Ώσπου έδυε απ’ το θρόνο του.
Φορούσαμε τ’ αδίστακτα
απογευματινά χαμόγελά μας,
ρυθμίζοντας τους χτύπους της καρδιάς
στο αυτονόητο.

Ανοιγοκλείναμε τα καλοκαιρινά μας μάτια
με ένταση πρωτόγονη,
προσβάλλοντας βάναυσα
τη σιωπή των ενηλίκων.
Είχαμε όλοι γεννηθεί απόγευμα,
έξω από ένα ψυγείο με ΑΣΤΥ παγωτά.
Οι ανάσες μας, μύριζαν γρανίτα λεμονιού.
Στα γόνατά μας ξεχειμώνιαζαν
οι πιο αστείοι μώλωπες.
Ζούσαμε ο ένας τη συνέπεια του άλλου,
με αφοπλιστική συνέχεια.

Ήμασταν όλοι Ενεστώτες.

Καθρέφτη μου

29062006(012)-001

Καθρέφτη μου, σ’ εσένα μιλάω, εσένα έχω μπροστά μου, άλλο κανένα.

Οι άνθρωποι, φίλοι, χάθηκαν. Χάθηκαν απ’ τη ζωή ή χάθηκε το νόημα που έβρισκαν σε μένα;

Με κοιτάς, σε κοιτώ, ένα πρόσωπο νεανικό προσπαθώ να θυμηθώ, ωραίο ποτέ, όμως πάντα εκφραστικό της στιγμής και μόνο. Σ’ αγνοούσα τότε κι έτρεχα, λαχάνιαζε το σώμα που μου είχε απομείνει –ανάπηρο απ’ την αρχή–, ήθελα να το εκμεταλλευτώ, να το χαρώ, ν’ αφεθώ στον αέρα, στη θάλασσα, στον αμερόληπτο έρωτα.

Τις φιλενάδες μου με τα τέλεια κορμιά που έλαμπαν στον ήλιο, δεν ζήλεψα ποτέ, δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι οι άνθρωποι μου είχαν στερήσει κάτι που μου ανήκε.

Και τώρα ήρθε της εξομολόγησης η ώρα.

29062006(012)-004

Μικρέ μου καθρέφτη, που τελευταία σ’ έχω συνέχεια μπροστά μου για να σε συνηθίσω: Σε μισώ. Θα με συγχωρέσεις; Μίσος τι θα πει δεν ήξερα. Αλλά τώρα, να, βλέπω το πρόσωπό μου κι εξαγριώνομαι ενάντια στη φύση. Μέσα μου βαθιά, βέβαια, ξέρω ότι ο εχθρός μου δεν είσαι εσύ, αλλά ο χρόνος. Ο χρόνος όμως παραμένει πάντα ασύλληπτος αφού τα αμαρτήματά του όλο αναβάλλονται κι αυτός διαφεντεύει ακόμη τη ζωή μου.

Καθρέφτη μου, θύμα είσαι κι εσύ του ανθρώπινου παραλογισμού.

Σ’ ευχαριστώ που μου παραστέκεσαι και μ’ αφήνεις να σε μισώ.  

KATEΡINA ΡOYK

Μυρίζει ακόμη βασιλικό…

Ήταν μονάχα ένα βράδυ.

Με κοιτούσες πάνω από γεμάτα πιάτα και αδειανά ποτήρια, κάτω από γέλια και συζητήσεις..

Αργότερα έμεινες μόνος, εσύ κι η καλοκαιρινή νύχτα στον κόλπο του Γερολιμένα, πέτρα και νερό, ένας άντρας κάτω από ένα αόρατο μαχαίρι, σειρά μου να σε κοιτάξω, σιωπηλή φιγούρα στο μισοσκόταδο.

Σου πέταξα ένα βιαστικά σκισμένο πακέτο χαρτάκια.
(κάτι ακατανόητο μ’ έσπρωξε να φυλάξω τ’ άλλο μισό..)

Μου έγνεψες να κατέβω.

Ήταν μονάχα ένα βράδυ.

Ένα βράδυ που το περάσαμε μιλώντας ακατάπαυστα,
γελώντας ατελείωτα,
πίνοντας ασταμάτητα ο ένας απέναντι απ’ τον άλλο,
πάνω στη θάλασσα, πίσω απ’ το βράχο, μέχρι το ξημέρωμα.

Ύστερα άπλωσες το χέρι και ζήτησες αυτό που δεν είχα να σου χαρίσω..τότε..

Έφυγα κι έπειτα από λίγο κλείνοντας τα παραθυρόφυλλα σε είδα να περπατάς με το ύφος του ανθρώπου που ξέρει ότι τον βλέπουν.

Την άλλη μέρα έφυγες νωρίς για να μη μας προλάβεις.

Ήταν μονάχα ένα βράδυ.

Αλλά μυρίζει ακόμα βασιλικό κι ας χειμώνιασε.

Ήταν μονάχα ένα βράδυ μα το σκέφτομαι ακόμα.

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Γύρισε εδώ το βλέμμα πάνω στην χορεύτρια

Που αλλάζει τόπο μ’ ένα λίκνισμα

Σφήκα ανέμου το κεντρί της σε πονά

Πατάει μέσα στις χώρες των ωραίων ονείρων σου

Έχει πνοή λεβάντας στην ανάσα – ο χορός της

Ένα θαλάσσης μίλημα

Με βότσαλα άπεφθα διαμάντια

Πατάει την γη κι ανέρχεται

Και μέσα στην ματιά σου έχει

Ένα της σάρκας δόξασμα

Μια υμνωδία αγγέλου…

ΠΗΓΗ

ΔΕ ΘΕΛΩ (να μην ξεχνώ…)

 

  (εικόνα)

 

Δεν περιμένω κανενός

 τη στενοχώρια και το φως 

 να με φωτίσει στον καιρό

τον δροσερό σαν το νερό…

 

σαν το νερό σε μια πηγή  

κάποιου βουνού που αιμορραγεί

συμπόνια στάχτη και δροσιά

πλάι σ’ ακίνητη  πρασιά.

 

Δε θέλω αγέρα απ’ τις κορφές

 ή θαλπωρή στις παρυφές

 κάποιας ανάγκης που καλεί

 στο τελευταίο το σκαλί…

 

του παραδείσου που ‘ταν χτες

κι είχε τις πόρτες ανοιχτές

για κάποιαν άλλη εποχή

που στη σκιά της με καλεί.

 

Δε θέλω γάργαρα νερά

υπόγεια είτε φανερά,

θέλω το φως που με χτυπά

 να με ζεσταίνει να πονά…

 

να με πονά, να με χτυπά,

να μην ξεχνώ, μες στη χαρά,

πως ύπνος είναι η ζωή

και όνειρο η προσμονή!

 

Μαρία Κ. 17/08/2010

Οι μεδουσες

 

Σαγηνεύτηκες από τις μέδουσες

με το διάφανο κορμί 

τα αέρινα πλοκάμια 

και τις χορευτικές κινήσεις

Τόσο πολύ τυφλώθηκες

που δεν σκέφτηκες 

πριν πλησιάσεις

πως κρύβει πόνο το δηλητήριο

 

Τι κι αν σε είχαν προειδοποιήσει

τι ξέρουν αυτοί από ομορφιά;

τι κι αν σου είχαν βάλει φράγματα

τι ξέρουν αυτοί από ευτυχία;

Όταν ο νους θεοποιεί

κλείνεις τ’ αυτιά και προχωράς

στα «σίγουρα»

κι άλλοτε αξίζει … κι άλλοτε όχι

 

κι αν όχι … μάζευε στιγμές να έχεις να θυμάσαι

και κέρδιζε τη γνώση …

ΠΗΓΗ κα ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!

Τα κομμάτια του »είναι»…

   Να γράψω λες και χτυπάς τα πλήκτρα στο πληκτρολόγιο.

  Μια μουσική που δεν έμαθες, παρά να βαράς δυο-τρία δάχτυλα στο τραπέζι, παρασταίνοντας τον  ήχο απ΄το τύμπανο.

  …Η αφεντιά μου, αυτοπροσώπως.

  Αυτό που φαίνεται ,με ένα κομμάτι του »είναι».

  Εκείνο που έμεινε παιδάκι, ζαχαρώνοντας τις αναμνήσεις.

 Σκέψεις πολλές, ασύντακτες, στριμώχνονται κάθε τόσο, ποια θα κάτσει πρώτη στου μυαλού την τζαμαρία.

  Επικρατεί πάντα εκείνο το παιδάκι, που προσπαθούσε να κουμαντάρει την χειροποίητη βαρκούλα στο ανταριασμένο τσιμενταύλακο.

  …Θα ασβεστώσει πάλι το παιδάκι το ραγισμένο παλιόσπιτο, το ρυτιδιασμένο κορμί, από τα κονταροχτυπήματα, που κάνουν οι φόβοι και οι αντιρρήσεις, στο πίσω μέρος του μυαλού.

  Τ ι πιστεύετε ότι είμαστε ;

  Αυτό που φαίνεται ή τάχα αυτό, που θέλουμε να δείξουμε ;

  Μια γερασμένη διμοιρία είμαστε σε ένα, που βάζουμε μπροστά  άλλοτε τον πιο μικρό και θαρραλέο, κι άλλοτε τον πιο τολμηρό,μ΄ένα ποτήρι ποτό κι ένα τσιγάρο στο χέρι, να βρουν τον δρόμο.

  Μέσα μας οι φοβίες, οι ανασφάλειες, τα κολλήματα, οι αρρώστιες, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες δίνουν μάχη χαρακωμάτων, να μείνουμε άνυδρο κουφάρι στην έρημο.

  Από κοντά και η σκιά μας , γιατί πρέπει κάποιος άγνωστος να μας κυνηγάει.

  Στα μπροστινά καθίσματα στριμώχνονται οι ρόλοι.

  Απαιτητικοί και διαφορετικοί με σχέσεις αλληλεξάρτησης με τις πίσω θέσεις.

  Γιος, πατέρας, σύζυγος, εραστής, πελάτης, αφεντικό, επιβάτης,επισκέπτης, περιπατητής, γυμναζόμενος, αβοήθητος, κλέφτης και απατημένος, ικέτης κι ελεήμων.

   ΄Ολοι θέλουν να φτάσουν στον προορισμό τους, τσακώνονται μεταξύ τους για την πρωτοκαθεδρία , σπρώχνονται και κάθε φορά τους βγάζει από το αδιέξοδο, ο αντίστοιχος ρόλος για την ανάγκη ή τον κίνδυνο.

  Ψάχνουν να οργανωθούν , να πάνε όλοι μαζί, μα στο τέλος… είτε ο τρελός θα τους οδηγήσει, γιατί έχει μια ιδέα και δεν σηκώνει και πολλά.

  Είτε το παιδάκι, που παραμονεύει  σε μια γωνιά,  κρατώντας άσβεστη κι ανόθευτη την ελπίδα, θα τους ξαναδώσει κουράγιο με τις θύμησες και την τόλμη, που φοράει το παιδικό πουκάμισο της αφέλειας.

  Ξαναείδα την αφεντιά μου στο χωριό…΄Οπως μπόρεσα , καθώς καθρεφτίστηκα φευγαλέα σε μια γούρνα του δρόμου.

  Θυμάμαι περπάτησα προς την πλατεία..

  Εγώ, το παιδί μέσα μου δηλαδή, ο γιος πού΄χασε τον πατέρα του…

  Ο πατέρας και σύζυγος,φίλος, συγγενής,γείτονας, χωριανός και ξένος…

  Φευγάτος και παλιννοστήσας..

  Κομμάτια σφιχταγκαλιασμένα ,κουβάρι, κατηφόρισαν…

Κουμάντο έκανε το παιδί μέσα μου… Οικείος ο χώρος γιαυτό..

  Ξυλιασμένα τα χέρια μου, τ΄αυλάκωνε το κομπολόι τα δάχτυλα…

  Κόβονταν , όπως τότε ,που κουβαλούσα νερό με το παγούρι απ΄το μοτέρ, απέναντι απ΄τον Αη Γιώργη.

  ΄Αλλαξαν πολλά τριγύρω. Δυσκολεύεται το παιδί να συνταιριάξει τις αναμνήσεις.

  Και τα πρόσωπα αλλαγμένα απ΄την αμμοβολή του χρόνου, χρειάζεται προσπάθεια να σμίξει το »μοιάζει» με το »είναι».΄Ασε που πολλοί και καλοί μετακόμισαν στους Αγίους Αναργύρους, θεός συγχωρέσ΄ τους…

  Από τις λίγες φορές που όλα τα κομμάτια μόνιασαν και πειθάρχησαν πίσω απ΄το παιδί μέσα μου.

  ΄Ισως κι η τελευταία…

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ