Φτεράαααα……


Τον βλέπω σχεδόν κάθε μέρα.

Περνώντας από το πάρκο της Ερμού, όπου πηγαίνω βόλτα τη Μάγια. Εκείνος πάντα περπατάει γρήγορα. Είναι λίγο γερασμένος και παρόλο που οι ώμοι του καμπουριάζουν λίγο, η κορμοστασιά του είναι ευθυτενής και το βήμα του γοργό.

Μου έκανε πολύ εντύπωση όταν μου πρωτομίλησε πριν περίπου δυο χρόνια.

Μου ήταν γνωστός. Είναι γνωστή από παλιά φάτσα στην Αθήνα. Έχει φάει κράξιμο με το κουτάλι. Ακόμα και σε παλιές ελληνικές ταινίες, ασπρόμαυρες μπορείτε να τον δείτε να περνάει διαδηλώνοντας την πραμάτεια του κι αδιαφορώντας για το κράξιμο.

Φώναζα λοιπόν τη Μάγια. Είχε ανέβει στο λοφάκι απέναντι από την είσοδο του Κεραμεικού και δεν έλεγε να κατέβει. «Μάγια», φώναζα εγώ. Περνάει μπροστά μου, μου ρίχνει ένα κοροϊδευτικό βλέμμα, «Μμμ, Μάγια! Μάγια Μελάγια!» μου λέει. «Θα πουντιάσεις στο κρύο μ’ αυτή τη Μάγια!».

Μετά μια δυο μέρες, καθισμένη στο παγκάκι, το κρύο ήταν ανυπόφορο. Η Μάγια όμως ήσυχη κοντά μου περιεργαζόταν όλους του θάμνους. «Καλέ, θα ξεπαγιάσεις μ’ αυτή τη Μάγια πρωί – πρωί με τέτοιο κρύο. Άιντε σπίτι σου.» «Τι να κάνω?» του απαντούσα «πρέπει να βγει βόλτα»! «Δεν είμαστε καλά. Κουκουλώσου τουλάχιστον». Μού ‘λεγε, όχι τόσο από νοιάξιμο, όσο γιατί καταλάβαινα πως του φαινόταν εξωπραγματικό να πρέπει να είσαι έξω στο κρύο, νωρίς το πρωί, όχι για άλλο λόγο παρά γιατί πρέπει να βγάλεις το σκύλο σου βόλτα.

Χαιρετιόμασταν. «Καλημέρα σας», του έλεγα πάντα. «Καλημέρα !» μου απαντούσε. Φορούσε ένα όχι πολύ χοντρό μπουφάν. Στα μεγάλα κρύα, πρέπει να πάγωνε. Τυλιγόταν μ’ ένα κασκώλ. Του μπουφάν του ήταν πολύχρωμο. Μπλέ, κόκκινο, κίτρινο. Είχε κι ένα άλλο παρδαλό, απ’ αυτά που ήταν στη μόδα το 80. Καταλαβαίνεις ότι είναι φτωχός μόλις τον δεις. Καταλαβαίνεις ότι είναι πολύ φτωχός. Κυρίως, από το πόσο καθαρά και σιδερωμένα είναι τα φτωχά του ρούχα. Αυτή η σιδερωμένη φτώχεια, η αξιοπρεπής, με γονατίζει κάθε που τον βλέπω. Με κάνει να στέκομαι με σεβασμό και από απόσταση απέναντί του.

Θα ‘θελα να τον καλέσω στο σπίτι για μια σούπα. Μια σούπα με κρέας, μαμαδένια. Ειδικά από τότε που τον είδα να κάνει το σταυρό του, απέναντι από τον Αγ. Θανάση και νομίζοντας ότι θα με κοροϊδέψει πάλι, του λέω χαμογελαστή : «Γιατί σταυροκοπιέστε?» « Για τις ψυχούλες μάννα μου. Για τις ψυχούλες του κόσμου.» Ντράπηκα. Ντράπηκα που ο εγωισμός μου, μ’ έκανε να πιστεύω ότι όλα με αφορούν. Ντράπηκα που δεν του απέδωσα πίστη, αλλά ειρωνεία.

Θα ‘θελα να μοιραστώ μια σούπα μαζί του. Να μη μιλήσουμε, μόνο να φάμε ήσυχα. Τον βλέπω να κόβει μπουκιές ψωμί με το χέρι του και να της ρίχνει μέσα στη σούπα. Να πίνει κρασί, να κυττάζει το πιάτο του, να σκουπίζει τα χείλια του.

Δεν τολμώ να τον καλέσω. Η σιδερωμένη του φτώχεια δεν μου το επιτρέπει. Ίσως νομίσει, πως τον συμπονώ. Όμως εγώ, τον θαυμάζω. Δική μου χάρη θα ήταν να μοιραστεί τη σούπα μου, όχι δική του. Τον θαυμάζω που με τόσο κράξιμο, έμεινε τόσο αξιοπρεπής.

Δεν ξέρω τίποτε γι’ αυτόν. Μόνο το παρατσούκλι του. Κι υποθέτω πως είναι φτωχός. Αυτός ξέρει τ’ όνομα του σκύλου μου. Χαιρετιόμαστε όμως, σχεδόν κάθε μέρα. Ανταλλάσσουμε ευχές για καλή χρονιά κι αν περάσουν κάποιες μέρες και δεν τον δω, ανησυχώ. Και θα’θελα να μοιραστώ μαζί του μια σούπα.

Πηγή:   http://magicacooking.wordpress.com/2007/01/

Ανδρέα,  με το  τόσο γνώριμο άκουσμα τη φωνής σου,  που έφτανε μέχρι τον πέμπτο όροφο στο επί της οδού Ερμού γραφείο μου και ήταν η ευχάριστη  ανάπαυλα της ρουτίνας μας,  να είσαι καλά όπου κι’ αν βρίσκεσαι.

Advertisements

Χάθηκα… καρδιά μου…


ΧΑΘΗΚΑ..

Χάθηκα. Απ’ όλα χάθηκα. Σαν να με πήραν
οι θλίψεις φαλάγγι και κατέφυγα
ο δόλιος σ’ εμένα.
Κι είναι ο κλειδωμένος μου εαυτός πολύ οχυρό οχυρό.
Χάθηκα..
Και μετά οι μέρες βάρυναν πάνω μου
όπως να ήθελαν να με αφανίσουν. Χάθηκα.
Άφησα πίσω μου τις επικοινωνίες που είχα, κατήργησα
το «ναι» το «όχι», όλα
δεν είχαν πια νόημα, τα κατατρόπωσε
η ίδια μου η ζωή. Χάθηκα
και έμεινα μόνος, απίστευτα μόνος
πιο μόνος κι από ένα λουλούδι
που φύτρωσε στου βράχου την σχισμή.
Ποιός θα αντέξει τώρα την θλίψη του, το φορτίο
από μελαγχολία και δάκρυ
όταν αποδιοπομπαίο πια τον καθιστά η ζωή;
Πληκτρολογώ την άρνηση μου τα βράδια
να υποταχτώ, ακόμα και τώρα να υποταχτώ- αλλά
αυτό που δεν θα γυρίσει πλέον σε μένα
είναι το άρωμα του ρόδου, το ίδιο το ρόδο
που πάλλεται από συγκίνηση μες τον αέρα
του πρωινού.
                                                                            2010