Η γενιά μου…

Τη βλέπω στους χώρους που αναπτύσσεται, στους οικείους της χώρους, εκεί που συνήθισε να ζει και να μαθαίνει, εκεί που τολμάει να αναμετρηθεί με τον εαυτό της και με τους άλλους, με το ύφος της γεμάτο σιγουριά και τον αέρα της ασφάλειας του ανήκειν και παραλύω στη σκέψη  όσων, μάλλον σύντομα, χρειάζεται να της πω.

Δεν αντέχω την απορία στα μάτια της όταν της μιλάω με μισόλογα, αλλά το ενδεχόμενο η αλήθεια να μετατρέψει αυτή την απορία σε πίκρα και απογοήτευση, με κάνει να παγώνω από τον τρόμο, οπότε διαλέγω τη μικρότερη πληγή· προτιμώ να μασάω τα μισόλογά μου και να αναβάλλω συνεχώς την αλήθεια, με το απατηλό σκεπτικό ότι μπορεί στο μεταξύ να βρω μια λύση που θα ματαιώσει την ανάγκη και των δύο.

Βλέπεις, το θέσφατο «η αλήθεια λυτρώνει», δεν συνοδεύεται από αστερίσκο που να παραπέμπει σε υποσημείωση σχετικά με το κόστος της λύτρωσης και δεν διευκρινίζει ποιανού η αλήθεια –του φέροντος ή του αποδέκτη, του θύτη ή του θύματος- αξιολογείται ως αληθινότερη. Άσε που, στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που προοιωνίζει η αποκάλυψη της αλήθειας δίνει σ’ εμένα τους ρόλους και του λυτρωτή και του λυτρωμένου και υποβιβάζει τη μικρή πρωταγωνίστρια, σε απλό κομπάρσο. Πώς να της πω ότι, η δραστηριότητα που σταμάτησε, δεν είναι μόνο για λίγο, ούτε (δεν ξέρω, θα δούμε, ίσως, μάλλον) μόνο για φέτος και ότι δεν πρόκειται να αντικατασταθεί με άλλη, όπως μουρμούρισα προσεκτικά ασαφώς; Πώς να της πω ότι, αν δεν αλλάξει κάτι στην κατάστασή μας, θα ακολουθήσει παύση αορίστου χρόνου κι άλλων δραστηριοτήτων, γιατί «η μαμά δεν μπορεί πια να τις πληρώνει»; Ότι το μόνο που κάνω, μέρες τώρα, είναι να προσπαθώ να φτιάξω μια λίστα προτεραιότητας, μεταθέτοντας απλώς για αργότερα τα πιο σημαντικά και απολύτως απαραίτητα, χωρίς όμως να μπορώ να εξασφαλίσω ότι τελικά θα τα σώσω, ενώ ταυτόχρονα ψειρίζω σχολαστικά τις λέξεις που εκείνη θα μπορεί να καταλάβει, χωρίς όμως το άκουσμά τους να της τσακίσει τα φτερά; Δεν έχω βιωματική πληροφορία.

Οι γονείς μου δεν ήρθαν ποτέ στη δική μου θέση κι εγώ δε βρέθηκα ποτέ στη θέση της κόρης μου. Όπως ακριβώς εκείνοι βεβαίως, έχω κι εγώ απορρίψει άπειρες φορές, ισάριθμα αιτήματα, που για να τα αποφύγω, άλλες τόσες φορές, έχω χρησιμοποιήσει ως πρόσχημα τα λεφτά, αντίθετα όμως μ’ εκείνους, τώρα εγώ, ακυρωμένη, οδηγούμαι στην άρνηση του τρόπου ζωής που της δίδαξα και στη στέρηση αυτών για τα οποία της έμαθα να ενδιαφέρεται. Τουλάχιστον οι γονείς μου, όταν μας σιχτίριζαν «δεν αναγνωρίζετε κόπο και κούραση», «αχάριστες, δεν ικανοποιείστε με τίποτα» και «όσα και να σας προσφέρουμε είναι για σας πάντα λίγα», ένιωθα ότι ο τόνος στα λόγια τους φανέρωνε αυτοπεποίθηση – ίσως αυταρέσκεια· στο βάθος καμάρωναν για ό,τι είχαν καταφέρει, που τα παιδιά τους δεν χρειαζόταν να περάσουν όσα πέρασαν οι ίδιοι, που τα παιδιά τους ζούσαν καλύτερα απ’ ό,τι έζησαν αυτοί.

Ενώ εμείς οι οπισθοδρομικοί, δεδομένου ότι, στην καλύτερη περίπτωση, θα αναφερόμαστε στην εξασφάλιση των στοιχειωδών, θα ήταν γελοίο να τολμήσουμε ποτέ να πούμε τέτοια λόγια, αφού δεν θα έχουμε καταφέρει να ζούνε τα παιδιά μας, όχι καλύτερα, αλλά ούτε έστω όπως ζήσαμε εμείς. Η γενιά μου είναι, τελικά, καταραμένη. Είναι η γενιά που μεγάλωσε ακούγοντας τους προγενέστερούς της να την μέμφονται «δεν ζήσατε εσείς κατοχή· δεν ξέρετε τι θα πει πείνα και ανέχεια» και θα γεράσει ακούγοντας τους μεταγενέστερούς της να της λένε, μέχρι να πεθάνει, τα ίδια ακριβώς.

ΠΗΓΗ

΄75

Οι καλύτεροι της γενιάς μου έγιναν φονιάδες
_____________________ έγιναν πρεζάκια
_____________________ έγιναν ποιήματα
_____________________ ή ταφόπλακες
Μείναμε τ’ανθρωπάκια. Δεμένοι στο κατάρτι
της ύλης. Όμηροι κάποιου φόβου.

Πηγή