ΦΟΒΟΎΜΑΙ ΤΙΣ ΝΎΧΤΕΣ

 

Ανοίγουμε τα φτερά μας
μαρμάρινα,
κι άλλοτε ανάλαφρα.
Πετούμε απ’ άκρη σ’ άκρη
μετρούμε τις μέρες, τις σκέψεις,
τις υποσχέσεις.
Στο κομοδίνο το ξυπνητήρι ερημώνει τον χρόνο
νυχτώνει ολοένα.
Φοβούμαι τις νύχτες
φοβάσαι κι εσύ
όχι μην έρθω και είμαι κάποιος άλλος.
 
Είναι η πόρτα παλιά
ξύλινη
θαρρείς ξηλώνεται καθώς την ανοίγεις
απομένει βουβή
είναι ο ψίθυρος μονάχα ενός πιάνου
που αφήνει δισταχτικά ο αγέρας ανάμεσα στα θυρόφυλλα
παρασέρνει τα βήματα ο ψίθυρος
ανοίγουν μικρές αυλακιές στο σκονισμένο πάτωμα.
 
Η σκέψη με συντηρεί
είναι τα πέταγμα πάνω απ’ τον κόσμο
η βροχή μου ξεπλένει όσα πονάνε
η θάλασσα κρατά όσα χαμογελάνε.
Τραγουδώ
κι έχουν τα πανιά φουσκώσει
κι έχουν στον ουρανό ανέβει τα πουλιά
και μας παρασέρνουν.
Advertisements

Γιατί Κύριε;

Κύριε, σε νιώθω, με ακούς; – Πονάς και εσύ;

Κύριε, γιατί μ’ έπλασες τύμπανο αλαλάζον σε κοινό που δεν ξέρει να ακούει;

Κύριε, γιατί μού ‘δωκες φωτιά στα χέρια, εν μέσω σκότους, να ψάχνω τους ομοίους μου;

Κύριε, γιατί μ’ έφτιαξες να ζωγραφίζω τ’ αόρατο σε ένα κόσμο γεμάτο πλαστικό και νέον;

Κύριε, γιατί εξακολουθώ να αισθάνομαι, ενώ πλέω σε πελάγη νεκρών συναισθημάτων;

Κύριε, γιατί μ’ αφήνεις να σκοντάφτω πάνω στα ίδια και ίδια λάθη; Τι θέλεις να μου διδάξεις;

Κύριε, γιατί ενώ σ’ αφουγκράζομαι μέσα μου –  γύρω μου, δεν με επιτρέπεις να σε δω;

Κύριε, τι ζητάς από μένα; Γιατί είμαι εδώ;

Κύριε, ποιος είσαι και ποιος είμαι;

Κύριε, σ’ ακούω, με νιώθεις; –  Πονάμε και οι δυο. 

Πηγή και ευχαριστώ:  Α-κακίες

Στης Νεραϊδένιας τη μοναξιά.

 

Αμίλητη στα ακρογιάλια του ονείρου,
ψηλά στον ήλιο που δόξαζε τον ουρανό
τις σαϊτιές του έρωτα δοκίμαζες καρδιά μου,
ήσουν η άνοιξη που λάμπρυνε το φως.

Πάνω στα υγρά, θολά σου μάτια
άρχισε ο μπάτης να φυσά
και η ανάμνηση σαν θεριεμένο κύμα
ερχόταν να σε πάρει μακριά.

Πήγε να πέσει η βροχή
που θα ’σβηνε όσα ζήσαμε μαζί.
Πλεούμενα καράβια οι ελπίδες μας,
του ανέμου παιχνίδι τα μαλλιά
δεν άσπρισαν ακόμη στα στερνά.

Βαδίζεις σαν πουλί χωρίς φτερά
μαλαματένια τα φιλιά.
Οι αγκαλιές ήταν σφιχτές
μες στου ονείρου τη φωλιά,
γέννησαν ξαφνικά τις αστραπές
στης Νεραϊδένιας τη μοναξιά.

 
 
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
 
Πηγή και ευχαριστώ:  Γυναίκα

 Έκανα όνειρα μεγάλα …

photo

«Έμαθα ακόμα στα μάτια να κοιτάζω τους ανθρώπους,
να κάνω βουτιά στα εντός τους κρυμμένα λόγια.
Μου έμαθαν να μιλώ, και κάποιες που δεν κατάφερα φορές να μιλήσω,
έμαθα τον τρόπο να κλαίω.
Έκλαψα.Έμαθα να ονειρεύομαι.
Τα πιο μεγάλα όνειρα, τα κάνεις όταν νιώθεις πως όλα έχουν δυσκολέψει πολύ.
Έκανα όνειρα μεγάλα.»

Πηγή και ευχαριστώ:  ήχος πλάγιος… μόνος
ο ειλικρινής και