‘κι αυτό θα περάσει’

seagulalone

 

Έλα κάθισε εδώ,  σ’ αυτή την ευθεία

σ’ αυτή τη γωνία

 της γραμματοσειράς και ηρέμησε.

Άναψε ένα τσιγάρο από το πακέτο

που γράφει ‘το κάπνισμα σκοτώνει’

πάρε μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου εικόνες στη σειρά…

τα μανεκέν της Victoria’s secret..

τις άνεργες καθαρίστριες

το λαγό στιφάδο

τους λύκους στην  Πίνδο

τον πατέρα σου να βγάζει τη ζώνη του

και που τώρα διαμένει

 σ’  ένα κουτί μπερδεμένα κόκκαλα…

Τη μητέρα σου που φορούσε

ένα γκρι ταγιέρ πηγαίνοντας Κυριακές στην εκκλησία.

 

Τράβα μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου πόσο τυχερός είσαι

που δεν είσαι Σομαλός στη Σομαλία

Σύριος στη Συρία

που πήγες για πρωτοχρονιά στο Λονδίνο

που είδες τα όνομα  σου κάτω από ένα κείμενο

σε μεγάλη εφημερίδα σ’ ένα βιβλίο.

Βγάλε τον καημό σου στο τσιγάρο

Βγάλε το σκασμό που μπορείς ν’ ακούς casta diva.

 

Μη γίνεσαι μίζερος

έλα και κάθισε μέσα σ’ αυτό το ποίημα

ήρεμος κι ας σε διαπερνάει ένας αέρας

που λίγο σ’ ανατριχιάζει

αλλά που μπορείς να πεις ‘κι αυτό θα περάσει’

μέχρι να σβήσεις το τσιγάρο σου

μέσα σ’ αυτό το ποίημα που κάθισες….

 

 ΄Ελα και κάθισε σ΄ αυτό το ποίημα

του Ηλία Κουτσούκου

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ:  vnottas 

 

Αναπηδήματα

Οι πέτρες που αναπηδούν στο νερό – παγκόσμιο παρόχθιο παιχνίδι

(αλλά και αυτοβιογραφικό τραγουδάκι του Ζορζ Μπρασένς)

images (7)

Εισαγωγικές παρατηρήσεις:

*  Το γεφύρι του Σηκουάνα που πήρε το όνομα του επαναστάτη κόμη  Μιραμπό (pont Mirabeau) κατασκευάστηκε στο τέλος του 19ου αιώνα (1893 -1896) και είναι φτιαγμένο από ατσάλι

*  Πον Μιραμπό είναι ο τίτλος ενός γνωστού ποιήματος του Απολινέρ. Γράφτηκε το 1913 κατά τη διάρκεια της γαλλικής Μπελ Επόκ, μιας περιόδου ευφορίας ανάμεσα στον γαλλοπρωσικό (1870-1871) και τον πρώτο παγκόσμιο πολέμο. Μία πινακίδα με στίχους του ποιήματος έχει εντοιχιστεί στη γέφυρα Μιραμπό.

*  Ο Ραστινιάκ είναι ένας μυθιστορηματικός χαρακτήρας του Ονορέ ντε Μπαλζάκ, (εμφανίζεται σε περισσότερα του ενός έργα του) και αντιπροσωπεύει τον αριβίστα επαρχιώτη που προσπαθεί να επιπλεύσει στο Παρίσι κάνοντας γνωριμίες και γοητεύοντας κυρίως τις γυναίκες ισχυρών πρωτευουσιάνων. Στο τραγούδι ο Μπρασένς καλεί τον Ραστινιάκ να μην ανησυχήσει από την άφιξη του νεαρού καλλιτέχνη, γιατί αδέξιος και σεμνός όπως είναι δεν πρόκειται να τον ανταγωνιστεί.

*  Το τραγούδι του Μπρασένς LES RICOCHETS  κυκλοφόρησε το 1976 στο άλμπουμ  DON JUAN.

*  Σας έφτιαξα μια ακόμη απόδοση στα ελληνικά στίχων του  Μπρασένς, προσπαθώντας οι λέξεις να χωράνε στην μελωδία. Παρουσίαση με προφορικό λόγο μόλις επιστρέψω στη βάση μου στη Θεσσαλονίκη.

*  Το ποίημα που  αφιέρωσε στο γεφύρι ο Απολινέρ  θα το δούμε (ίσως) χώρια.

 αρχείο λήψης

ΑΝΑΠΗΔΗΜΑΤΑ

 

Πρώτη μου φορά

βρισκόμουν μακριά 

απ’ τη γενέτειρά μου.

Εύελπις νεαρός

της γραφής πιστός

και του πενταγράμμου.

Στην Πόλη του Φωτός

αδέξιος, σεμνός,

ειχ’ αγκυροβολήσει.

Κι έτσι ο Ραστινιάκ

(ο ήρωάς σου ω Μπαλζάκ)

ας μην ανησυχήσει,

ας μην ανησυχήσει.

*

Ντόπιοι ηρεμία

για συναγερμό

δεν υπάρχει αιτία

Μην σκέφτεστε στραβά

της σκηνής με τραβά

            μοναχά η μαγεία.              

Μα πριν εκτεθώ

ως το πον Μιραμπό

λέω να κατηφορίσω

                στον Απολινέρ                   

των Μουσών εξπέρ

τιμή ν’ αποτίσω,   

τιμή ν’ αποτίσω.   

           Άμαθος, ζαβός             

αγνοούσα εντελώς

για τι σόι φασαρία

η βόλτα μου αυτή 

-όπως θ’ αποδειχθεί-

θα ’ναι αφετηρία,

καθώς στην καρδιά

ήρθε στα ξαφνικά

            και με πέτυχε διάνα           

αγάπης σαϊτιά

-με την πρώτη ματιά-

για μια Παριζιάνα,

για μια Παριζιάνα.

 *

Μην τα πολυλογώ

στου ποταμού το νερό

με κομψές  πιρουέτες

προσπαθούσε η μικρή

να εξασκηθεί

εκτοξεύοντας πέτρες.   

Μα ας μη το παινευτώ

στο παιχνίδι αυτό

τον καιρό εκείνο

ήμουν πρωταθλητής,

                  αλλά και εκπαιδευτής                    

                   λέω για κείνη να γίνω,                    

λέω για κείνη να γίνω.

 *

Για ένα σου φιλί

                                δίνω τη συνταγή,                                  

στου νερού τον καθρέφτη

η πέτρα πως πετά

και πώς αναπηδά

δίχως κάτω να πέφτει.

Λέει πως συμφωνεί

και δε παίρνει πολύ

όλα της τα μαθαίνω

κι έτσι να που εγώ

των φιλιών τον χυμό

απ’ τα χείλη της παίρνω,

απ’ τα χείλη της παίρνω.

 * 

Κι όπως οι παλιοί

στο παιχνίδι  οι ειδικοί

θα καταμαρτυρήσουν,

                        αν ξυπνάς νωρίς                          

              πλατιές πέτρες θα βρεις             

που θ’ αναπηδήσουν,

έτσι κι εμείς, αν θες,

ίσιες πέτρες πλατιές

ψάχνοντας στην αράδα,

                       σχεδιάσαμε ξανά                            

                           νέους χάρτες με ά-                             

-ξονα την τρυφεράδα, 

-ξονα την τρυφεράδα.

          *             

                          Μα δεν φτουράει το καλό                            

και στο πον Μιραμπό     

θα πέσει η αυλαία,

μ’ ένα αναπήδημα

θα μου φύγει μακριά

η άστατη νέα.

Για έναν σιτεμένο

στα αζήτητα μένω

εγώ κι όλοι μου οι μόχθοι,

έναν Κροίσο ζωντανό

και εκτός απ’ αυτό: (κι επιβαρυντικό)

απ’ τη δεξιά όχθη,

απ’ τη δεξιά όχθη.

Στου γεφυριού την άκρη ΄

                    μαύρο έριχνα δάκρυ                    

θύμα αγάπης οξείας.

Και να που ο ποταμός

ανεβαίνει διαρκώς        

ως τη στάθμη ασφαλείας.

Και αν δεν έδωσα μια

να βρεθώ στα βαθειά

                                          -άλμα απεγνωσμένο-                                         

είναι γιατί το νερό

               στο σημείο αυτό               

είν’ πολύ μολυσμένο,

είν’ πολύ μολυσμένο.

Από τις συμφορές,

υπάρχουν φορές,

που κερδίζεις σε γνώση,

μια που δεν ειν’ γραφτό

στον κόσμο αυτό

κανείς να σε σώσει.

Μα ας μη το παρατραβώ

κι ως το πον Μιραμπό

ας κατηφορίσω

τον Απολινέρ

των Μουσών εξπέρ

για να χαιρετίσω,

για να χαιρετίσω.

2nlteyr 

LES RICOCHETS

J’avais dix-huit ans
Tout juste et quittant
Ma ville natale
Un beau jour, o gué!
Je vins débarquer
dans la capitale
J’entrai pas aux cris
D’ »À nous deux Paris »
En Île-de-France
Que ton Rastignac
N’ait cure, ô Balzac!
De ma concurrence
De ma concurrence

Gens en place, dormez
Sans vous alarmer,
Rien ne vous menace
Ce n’est qu’un jeune sot
Qui monte a l’assaut
Du petit Montparnasse
On s’étonnera pas
Si mes premiers pas
Tout droit me menèrent
Au pont Mirabeau
Pour un coup de chapeau
A l’Apollinaire
A l’Apollinaire

Bec enfariné
Pouvais-je deviner
Le remue-ménage
Que dans mon destin
Causerait soudain
Ce pèlerinage?
Que circonvenu
Mon coeur ingénu
Allait faire des siennes
Tomber amoureux
De sa toute pre-
miere Parisienne.
miere Parisienne.

N’anticipons pas,
Sur la berge en bas
Tout contre une pile,
La belle tâchait
D’faire des ricochets
D’une main malhabile
Moi, dans ce temps-la
Je ne dis pas cela
En bombant le torse,
L’air avantageux
J’étais a ce jeu
De première force.
De première force.

Tu m’donnes un baiser,
Ai-je propose
À la demoiselle;
Et moi, sans retard
Je t’apprends de cet art
Toutes les ficelles.
Affaire conclue,
En une heure elle eut,
L’adresse requise.
En change, moi
Je cueillis plein d’émoi
Ses lèvres exquises.
Ses lèvres exquises.

Et durant un temps
Les journaux d’antan
D’ailleurs le relatent
Fallait se lever
Matin pour trouver
Une pierre plate.
On redessina
Du pont d’Iéna
Au pont Alexandre
Jusque Saint-Michel,
Mais à notre échelle,
La carte du tendre.
La carte du tendre.

Mais c’était trop beau:
Au pont Mirabeau
La belle volage
Un jour se perchait
Sur un ricochet
Et gagnait le large.
Elle me fit faux-bond
Pour un vieux barbon,
La petite ingrate,
Un Crésus vivant
Détail aggravant
Sur la rive droite.
Sur la rive droite.

J’en pleurai pas mal,
Le flux lacrymal
Me fit la quinzaine.
Au viaduc d’Auteuil
Parait qu’a vue d’oeil
Grossissait la Seine.
Et si, pont de l’Alma,
J’ai pas noyé ma
Détresse ineffable,
C’est que l’eau coulant sous
Les pieds du zouzou
Était imbuvable.
Était imbuvable.

Et que j’avais acquis
Cette conviction qui
Du reste me navre
Que mort ou vivant
Ce n’est pas souvent
Qu’on arrive au havre.
Nous attristons pas,
Allons de ce pas
Donner, débonnaires,
Au pont Mirabeau
Un coup de chapeau
A l’Apollinaire.
A l’Apollinaire.

πινακίδα

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ:  vnottas 

Πώς μπορώ…

12

Πριν μερικα χρονια αν κοιμόσουν μπροστά στην τηλεόραση ξυπνούσες με τα ιστορικά «χιoνάκια» να χοροπηδάνε στην  οθόνη σου.

Τέλος προγράμματος.

Τώρα ξυπνάς με την οξυζεναρισμένη κυρία που ανά δέκα επτά διαφημίζει τη νέα λοσιόν που σε γλιτώνει από ην τριχόπωση και την άλλη λοσιόν που σε αδυνατίζει ενώ καταπίνεις τα εκλεράκια σαν τα στραγάλια.

Το πρόγραμμα  πλέον δεν τελειώνει, δεν σταματάει. Η ροή τοy συνεχίζεται αδιάλειπτη, σαν τη ροή του χρόνου.

Παγιδευμένη  σε αυτή τη συνεχή ροή, με την ίδια οξυζεναρισμένη κυρία του 2014, ξύπνησα και φέτος,  πρώτη πρώτου του 2015.

Σαν να μην άλλαξε τίποτε από το προηγούμενο έτος: Η ίδια πόλη, η ίδια ..για να μην πω και χειρότερη… διάθεση, ή ίδια θλίψη…

Πριν μερικά χρόνια έπεφτες να κοιμηθείς και ευχόσουν το απογοητευμένο σύμπαν που άφηνες πίσω, στο ξύπνημά σου να έχει μετατραπεί σε Παράδεισο που πάντα ονειρευόσουν. Και ναι μεν μπορεί να ξυπνούσες στο ίδιο απογοητευμένο σύμπαν …σε κάποια στροφή του δρόμου σου τύχαινε να ξεστραβωθεί η καλή σου τύχη για να σου πει καλημέρα…

Από δω και πέρα θα ξυπνάς στο ίδιο απογοητευμένο σύμπαν της νέας …και των νέων δεκαετιών που είναι σημαδεμένο για να αισθάνεσαι σαν τους έγκλειστους στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης…

Σκέφτομαι με τη νέα χρονιά να σταματήσω να κρατάω ημερολόγιο. Ποιός ο λόγος να καταγράφω τι είδα, τι σκέφτηκα, τι έγινε; Ποιόν ενδιαφέρουν; Ούτε καν εμένα από τη στιγμή που όλα επαναλαμβάνονται με την ίδια αδιάκοπη πλήξη και θλίψη. ΄Οπως με την ίδια πλήξη και θλίψη διαδέχεται ο ένας μήνας τον άλλο μήνα. ο ένας χρόνος τον άλλον χρόνο, ο ένας πόλεμος τον άλλον πόλεμο, ο ένας θάνατος τον άλλο θάνατο..

Το ημερολόγιο βεβαίως δεν το γράφεις για να μην ξεχνάς. Το γράφεις για να ξεσπάς. Αυτή είναι η αξία του. Είναι εργαλείο αυτοεκτόνωσης και όχι εργαλείο απολογισμού, Είναι εργαλείο ανάμνησης και ενίοτε… αυτοτιμωρίας. Στις σελίδες του αποθηκεύεις συναισθήματα  της στιγμής, που την άλλη στιγμή έχουν αλλάξει.

Ποιά η αξία συναισθημάτων τόσο ευμετάβλητων; Συναισθημάτων περαστικών; Γιατί να τα καταγράφω; Ποιά η αξία των αναμνήσεων; Γιατί να τους δίνω αξία, αφού τις περισσότερες φορές έρχονται στο μυαλό μου για να με πληγώσουν;

12α

Θέλω να καταργήσω τις αναμνήσεις. ΄Ερχονται όμως μόνες τους τέτοιες μέρες. Είναι εξωγενείς και ποταποί παράγοντες εκείνοι που με σπρώχνουν να θυμηθώ. Είναι τα φωτάκια, οι αστραφτεροί επώνυμοι που θυμούνται την καλύτερη Πρωτοχρονιά της ζωής τους, η πίεση που μας ασκείται από την τηλεόραση να γιορτάσουμε και να χαρούμε γιατί έτσι πρέπει, όλα αυτά τα γλυκά… Πηγαίνεις να αγοράσεις μια φρατζόλα ψωμί και βρίσκεσαι μπροστά σε ένα βουνό κουραμπιέδες. Θες δε θες θυμάσαι «η τάδε τους έκανε πιο μικρούς». Θες δε θες τους μυρίζεις και θυμάσαι «η τάδε χρησιμοποιούσε πιο μυρωδάτο βούτυρο, κερκύρας νομίζω» Ενδίδεις στην πωλήτρια  που λόγω ημερών έχει βάλει το ευγενικό της ύφος και δοκιμάζεις έναν. «Καμία σύγκριση με της τάδε». Γιατί τίποτε δεν συγκρίνεται με τους κουραμπιέδες της τάδε, με το παρελθόν που είναι πιο όμορφο, πιο ζεστό από το μέλλον.

Οι αναμνήσεις, οι απολογισμοί των γιορτινών ημερών μοιάζουν με βιασμούς της ψυχής. Γιατί σου τους επιβάλλουν. Σε υποχρεώνουν να τους ζήσεις. Με αφορμή τη δήθεν αλλαγή του χρόνου. Ποιός αλήτης την εφηύρε αυτή την αλλαγή του χρόνου; Αφού ο χρόνος δεν αλλάζει ποτέ. Μόνο κυλάει, καταπίνοντας κατά διαστήματα την τάδε ή τον δείνα, όλους τους αγαπημένους, δίνοντας μόνο σε σένα πίστωση. Ως την ημέρα που θα αποφασίσει ότι ήρθε η σειρά σου να σε καταπιεί. Και εσένα και εμένα, μου επιβάλλουν να γιορτάζω κάθε χρόνο αυτή τη θηριωδία: να γιορτάζω όλα εκείνα που έμειναν πίσω, όλες τις «απουσίες», όλες τις (δυσάρεστες τις περισσότερες φορές) εκπλήξεις που με περιμένουν. Αρνούμαι

Μπορεί να ξύπνησα στην πρώτη πρώτου του νέου έτους, αλλά μεγάλωσα πια, οπότε το γεγονός μου ακούγεται εντελώς αδιάφορο. Το δηλώνω εγγράφως.

Αν έχουμε 2015 στην Ελλάδα και όπου αλλού μετράνε έτσι τη ζωή δεν μου λέει απολύτως τίποτε. Το ότι ελπίζω από δω και μπρος τα πράγματα να είναι καλύτερα είναι δεδομένο.  Το ότι δεν θα είναι καλύτερα είναι επίσης δεδομένο.

Μπορώ να έχω ό,τι ζητήσω και να μην πληρώσω για τίποτε;

Να μου αναγνωριστούν όλα τα λάθη ακόμη και μετά την απομάκρυνσή μου από το ταμείο; Να ξαναβρώ εκείνους τους μυρωδάτους κουραμπιέδες; Όχι;…

Μπορώ όμως και να μην ελπίζω;

(ελαφρά διασκευή από δημοσίευμα του 2005)