η ζακέτα σου

 



Μου έδωσες την ζακέτα σου να πάω σπίτι. Δεν ήξερες όμως πως δεν την κρέμασα στην καρέκλα καθώς μπήκα. Με αυτήν την ζακέτα πλήρωσα τον λογαριασμό των τόσο καιρό χρεοκοπημένων μου αισθημάτων. Κοιμήθηκα χαϊδεύοντας την κι έχοντάς την στην αγκαλιά μου. Την έβαλα από την εξωτερική πλευρά του κρεβατιού σε περίπτωση που θα ήθελες να σηκωθείς ή να φύγεις. Έμπλεξα τα δάκτυλά μου στις μεγάλες τρύπες της πλέξης λες και ήταν τα μαλλιά σου. Ήταν η πρώτη νύχτα που δεν μου έλλειπες κι ω Θεέ, έλιωσα στην διαστροφή πως κοιμάμαι μαζί σου. Σε μια στιγμή τα χέρια μου γλίστρησαν ανάμεσα στα μανίκια της κι έψαξα να βρω το κινητό και να σου γράφω από εκεί όσα διαβάζεις. Όπως κάνεις εσύ. Αν έβλεπες την εικόνα θα σε αναγνώριζες.

Το πρωί ξύπνησα δίπλα σε ένα άγνωστο κορμί, το δικό μου. Τι έκανα Θεέ μου; Κοιμήθηκα με.. Όχι, ευτυχώς, όχι. Ήταν μόνο η ζακέτα μου. Άρα ποιο χέρι με αγκάλιαζε το βράδυ; Ποια ανάσα με νανούρισε; Ποιο χάδι υπνοβατούσε στην ραχοκοκαλιά μου;

Όταν ήρθες να πάρεις την ζακέτα σου είχα φύγει. Οι δυνάμεις μου δεν έφταναν να αντέξω κι άλλον αποχωρισμό. Όταν θα την φορέσεις ξανά ίσως νιώσεις το χάδι μου. Την έσφιγγα τόσο που κάτι θα έχει μείνει να σε αγκαλιάζει από μένα.


Δ.Π.Β.

Το τρένο

train'

Μπαίνεις στο τρένο, λες θα κατεβείς

στον τελευταίο σταθμό, εκεί

που θα ‘χεις ως την άκρη του εξαντλήσει

το δρόμο, θα ‘χεις δει τα πάντα, θα ‘χεις ζήσει

αυτό το υπέροχο, μοναδικό ταξίδι

που η τύχη σου έτσι γενναιόδωρη

βουλήθηκε, τυφλή, να σου χαρίσει, όμως κάτι

 

κάτι συμβαίνει εκεί, στον ενδιάμεσο σταθμό

και κατεβαίνεις, άσκοπα

σε δρόμους ασαφείς περιπλανιέσαι, χάνεσαι

σ’ ερημιές ατέλειωτες, μόνο θυμάσαι

 

θυμάσαι ακόμα το ταξίδι που παράτησες

τον τελευταίο σταθμό που δε θα φτάσεις

ποτέ σου δεν θα δεις, πόσα έχεις χάσει, μόνη

παρηγοριά σου τώρα μια υποψία

φαίνεται αυτο το τρένο πως δεν έχει

δεν έχει τελευταίο σταθμό, κανείς δε φτάνει

εκεί, τυχαία

ο κάθε ταξιδιώτης ανεβαίνει, κατεβαίνει

δεν έχει το ταξίδι αυτό λογαριασμό

 

δικές σου ματαιότητες, δικές σου

πλάνες οι ενθουσιασμοί, τα σχέδια, μα ωστόσο

πώς ν’ αντισταθείς, σε πνίγουν τα ερωτήματα,

     ποιος ήταν

ο ενδιάμεσος σταθμός, γιατί κατέβηκες, πού πας

ποιος σ’ έριξε σ’ αυτές τις ερημιές

πώς έμπλεξες σ’ αυτό το τρένο που δεν έχει

απάντηση καμιά, μόνο ερωτήματα

μόνο ερωτήματα και δρόμο χωρίς άκρη
χωρίς τέλος.

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ