Της φυγής ανήμερα…

        ….Φυσάει βοριάς, ποδοβολητό, τρέχουν οι σκέψεις, απόκοσμη βουή.
     Παλιές εικόνες περνάνε, μια τελευταία ματιά, πριν χαθούν στα βάραθρα της λήθης και της λησμονιάς.
   ΄Ενα μάτσο σταγόνες της βροχής συγχρονίζεται, πριν η ματιά χαθεί πίσω από τα βλέφαρα .
   Μια βρεγμένη άκρη -σφουγγισμένα δάκρυα στο μανίκι , λεκιάζει το παρόν.
   Ο ήχος του τσίγκου με το σκουριασμένο σύρμα γι τ΄απλωμένα ρούχα, το παλιό καντάρι και της λαϊκής το μακρύ κοντάρι, κάνουν συγχορδία . Μαζί με  το ταψί στον τοίχο, σαν γκρανκάσα,  συνθέτουν σονάτα για πιάνο σε »σι» ύφεση ελάσσονα – κανονικό πένθιμο εμβατήριο.

   Στο πάλαι ποτέ πατρικό σπίτι η ατμόσφαιρα είναι βαρειά, όπως και το σύννεφο που μαβιά στολίζει την στιγμή του αποχαιρετισμού.
   Μέσα στο σπίτι, στον χώρο που οι  εποχές άλλαζαν με το μπάσιμο- βγάλσιμο των μπουριών της σόμπας, επικρατεί παγωνιά.
   Σ΄έναν τοίχο, που μπροστά του άλλαξε πολλές φορές χρήση το δωμάτιο, δυο μακρυά καρφιά μένουν καρφωμένα, λες κι ο χρόνος περιστρέφεται γύρω τους κοροϊδευτικά..
   Το παλιό ραδιόφωνο στήριζαν και την ζωή γύρω του συγύριζαν, προσπαθώντας να σηκώσουν απ΄τις λάσπες το χαμόγελο, »αητό» να το πετάξουν, πάνω από τα χτήματα και τους χωματόδρομους..
   Οι σκέψεις πλέκονται , σαν το »μαλλί της γριάς » γύρω απ΄τα καρφιά, πιο γρήγορα από το γκρινιάρικο και θορυβώδες  ρολόϊ , που μοστράρεται στον  απέναντι τοίχο, …άλλωστε γιαυτό ο χρόνος είναι σχετικός κι επαναλαμβανόμενος…
   Σ΄αυτόν τον απέναντι  τοίχο , της ίδιας ηλικίας με τα καρφιά ,είναι  το  παλιό εικονοστάσι . Ευλογημένη γωνιά και προσκυνητάρι, που αμήχανα στέκει, παρατηρώντας όλα τριγύρω ν΄αλλάζουν, πράγματα και πρόσωπα. ΄Ισως ν΄ αναρωτιέται για ποια ζωή , ποιανού τάχα, να  υμνολογεί.
   Σ΄ένα σπίτι που κουβαριαζόταν η ζωή σου , αποκαμωμένη νιότη πίσω από την σόμπα, αφού είχες εξαντληθεί φτιάχνοντας ανάμεσα απ΄τις γραμμές του τετραδίου , βραγιές σπαρμένες όνειρα.
 Μπήκες πιτσιρίκι, μπαινοβγήκες δουλεύοντας, παίζοντας και κλαίγοντας, μέχρι που βγήκες έφηβος κυνηγημένος ή δραπέτης, ακόμη δεν ξέρεις.
΄Αφησες εκεί τις ρίζες σου, αγκαλιές και αναμνήσεις και κάθε που ξαναπήγαινες, αγάπη φρόντιζες να τις ποτίσεις.
   Και πέρασαν τα χρόνια, το σπίτι άλλαξε και ξαναάλλαξε, τα  οικεία πρόσωπα έφυγαν , καινούργια αφεντικά μπήκαν, το στίγμα τους αφήκαν .
   Στα μάτια μου το είδα το πατρικό το σπίτι να απομακρύνεται , να αποξενώνεται, να κλείνει την αγκαλιά με κλειδωνιά.
   Κληρονομιά άδεια μάτια, άδεια χέρια, άδεια αγκαλιά.
   Ψυχή που δεν στέριωσε, ξεριζωμένη αγριάδα, που πήρε τον δρόμο με βαριά καρδιά, χωρίς μυαλού  φτερά να την σηκώνουν, να την φιογκοδέσουν στο πρώτο σύννεφο, στο ταξίδι χωρίς επιστροφή.       Απόκληρος νοιώθεις, μιας αγάπης ξένος.
   Σαν το σκυλί τ΄αδέσποτο, πού΄χασε τον ντορό.

  ΄Υστατη φορά οι δυο καρφόπροκες στέκουν γυμνές , έτοιμες…΄Ισως να το περίμεναν…
     ΄Ισως η μοίρα να τις όρισε εκεί, στητές, αγέρωχες, συγγενικές, εγκάρδιες, σύμφυτες, τελευταίες…
   Να κρεμάσω τις αναμνήσεις, αγαπημένος και οιωνεί απών, ενώ το ρολόϊ απέναντι θα δείχνει , πως η ώρα είναι περασμένη, …αργά για δάκρυα.
   Χωρίς  γονιό και πατρικό σπίτι δεν υπάρχει παιδί.
   Δεν υπάρχει γειτονιά, χωριό κι ενορία.
   Στον κάδο για απόσυρση, μαζί με τα μαθητικά βιβλία και τετράδια, την σκισμένη  ζωγραφιά, το φυλαχτό, το σχισμένο παπούτσι, την μονοσάνταλη σαγιονάρα, το παιδικό πουκάμισο με τα συρίτια, την λερωμένη φωτογραφία από την εκδρομή της ΣΤ΄Γυμνασίου στην Κέρκυρα, την εφημερίδα με τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων, το απόκομμα με την αγγελία του γάμου, την πρόσκληση για τα βαφτίσια των παιδιών, το εγκόλπιο πρσευχητάρι.
   Πάνω πάνω το συντακτικό του Τζάρτζανου- δεν θυμάμαι , αν μέσα είχε κανόνα για να συνταχθούν τα φύρδην-μίγδην.


   
Καιρός ν΄ανάψει το καντηλάκι στα εικονίσματα, οι ευχές, που΄γιναν προσευχές, να μαζευτούν κατευόδιο στην οριστική φυγή να αναπέμψουν.
  Να θυμάμαι αυτό που ποτέ δεν θα ξαναείμαι.
   Ποτέ πια παιδί.
   Να κάνω μια γιορτή… ,
   … να ορίσω μια ημερομηνία…,
     …κάτι να θυμάμαι απ΄την  αδόκητη φυγή….
     … Σαν σήμερα….της φυγής μου ανήμερα……