Μυρίζει ακόμη βασιλικό…

Ήταν μονάχα ένα βράδυ.

Με κοιτούσες πάνω από γεμάτα πιάτα και αδειανά ποτήρια, κάτω από γέλια και συζητήσεις..

Αργότερα έμεινες μόνος, εσύ κι η καλοκαιρινή νύχτα στον κόλπο του Γερολιμένα, πέτρα και νερό, ένας άντρας κάτω από ένα αόρατο μαχαίρι, σειρά μου να σε κοιτάξω, σιωπηλή φιγούρα στο μισοσκόταδο.

Σου πέταξα ένα βιαστικά σκισμένο πακέτο χαρτάκια.
(κάτι ακατανόητο μ’ έσπρωξε να φυλάξω τ’ άλλο μισό..)

Μου έγνεψες να κατέβω.

Ήταν μονάχα ένα βράδυ.

Ένα βράδυ που το περάσαμε μιλώντας ακατάπαυστα,
γελώντας ατελείωτα,
πίνοντας ασταμάτητα ο ένας απέναντι απ’ τον άλλο,
πάνω στη θάλασσα, πίσω απ’ το βράχο, μέχρι το ξημέρωμα.

Ύστερα άπλωσες το χέρι και ζήτησες αυτό που δεν είχα να σου χαρίσω..τότε..

Έφυγα κι έπειτα από λίγο κλείνοντας τα παραθυρόφυλλα σε είδα να περπατάς με το ύφος του ανθρώπου που ξέρει ότι τον βλέπουν.

Την άλλη μέρα έφυγες νωρίς για να μη μας προλάβεις.

Ήταν μονάχα ένα βράδυ.

Αλλά μυρίζει ακόμα βασιλικό κι ας χειμώνιασε.

Ήταν μονάχα ένα βράδυ μα το σκέφτομαι ακόμα.

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Τα κομμάτια του »είναι»…

   Να γράψω λες και χτυπάς τα πλήκτρα στο πληκτρολόγιο.

  Μια μουσική που δεν έμαθες, παρά να βαράς δυο-τρία δάχτυλα στο τραπέζι, παρασταίνοντας τον  ήχο απ΄το τύμπανο.

  …Η αφεντιά μου, αυτοπροσώπως.

  Αυτό που φαίνεται ,με ένα κομμάτι του »είναι».

  Εκείνο που έμεινε παιδάκι, ζαχαρώνοντας τις αναμνήσεις.

 Σκέψεις πολλές, ασύντακτες, στριμώχνονται κάθε τόσο, ποια θα κάτσει πρώτη στου μυαλού την τζαμαρία.

  Επικρατεί πάντα εκείνο το παιδάκι, που προσπαθούσε να κουμαντάρει την χειροποίητη βαρκούλα στο ανταριασμένο τσιμενταύλακο.

  …Θα ασβεστώσει πάλι το παιδάκι το ραγισμένο παλιόσπιτο, το ρυτιδιασμένο κορμί, από τα κονταροχτυπήματα, που κάνουν οι φόβοι και οι αντιρρήσεις, στο πίσω μέρος του μυαλού.

  Τ ι πιστεύετε ότι είμαστε ;

  Αυτό που φαίνεται ή τάχα αυτό, που θέλουμε να δείξουμε ;

  Μια γερασμένη διμοιρία είμαστε σε ένα, που βάζουμε μπροστά  άλλοτε τον πιο μικρό και θαρραλέο, κι άλλοτε τον πιο τολμηρό,μ΄ένα ποτήρι ποτό κι ένα τσιγάρο στο χέρι, να βρουν τον δρόμο.

  Μέσα μας οι φοβίες, οι ανασφάλειες, τα κολλήματα, οι αρρώστιες, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες δίνουν μάχη χαρακωμάτων, να μείνουμε άνυδρο κουφάρι στην έρημο.

  Από κοντά και η σκιά μας , γιατί πρέπει κάποιος άγνωστος να μας κυνηγάει.

  Στα μπροστινά καθίσματα στριμώχνονται οι ρόλοι.

  Απαιτητικοί και διαφορετικοί με σχέσεις αλληλεξάρτησης με τις πίσω θέσεις.

  Γιος, πατέρας, σύζυγος, εραστής, πελάτης, αφεντικό, επιβάτης,επισκέπτης, περιπατητής, γυμναζόμενος, αβοήθητος, κλέφτης και απατημένος, ικέτης κι ελεήμων.

   ΄Ολοι θέλουν να φτάσουν στον προορισμό τους, τσακώνονται μεταξύ τους για την πρωτοκαθεδρία , σπρώχνονται και κάθε φορά τους βγάζει από το αδιέξοδο, ο αντίστοιχος ρόλος για την ανάγκη ή τον κίνδυνο.

  Ψάχνουν να οργανωθούν , να πάνε όλοι μαζί, μα στο τέλος… είτε ο τρελός θα τους οδηγήσει, γιατί έχει μια ιδέα και δεν σηκώνει και πολλά.

  Είτε το παιδάκι, που παραμονεύει  σε μια γωνιά,  κρατώντας άσβεστη κι ανόθευτη την ελπίδα, θα τους ξαναδώσει κουράγιο με τις θύμησες και την τόλμη, που φοράει το παιδικό πουκάμισο της αφέλειας.

  Ξαναείδα την αφεντιά μου στο χωριό…΄Οπως μπόρεσα , καθώς καθρεφτίστηκα φευγαλέα σε μια γούρνα του δρόμου.

  Θυμάμαι περπάτησα προς την πλατεία..

  Εγώ, το παιδί μέσα μου δηλαδή, ο γιος πού΄χασε τον πατέρα του…

  Ο πατέρας και σύζυγος,φίλος, συγγενής,γείτονας, χωριανός και ξένος…

  Φευγάτος και παλιννοστήσας..

  Κομμάτια σφιχταγκαλιασμένα ,κουβάρι, κατηφόρισαν…

Κουμάντο έκανε το παιδί μέσα μου… Οικείος ο χώρος γιαυτό..

  Ξυλιασμένα τα χέρια μου, τ΄αυλάκωνε το κομπολόι τα δάχτυλα…

  Κόβονταν , όπως τότε ,που κουβαλούσα νερό με το παγούρι απ΄το μοτέρ, απέναντι απ΄τον Αη Γιώργη.

  ΄Αλλαξαν πολλά τριγύρω. Δυσκολεύεται το παιδί να συνταιριάξει τις αναμνήσεις.

  Και τα πρόσωπα αλλαγμένα απ΄την αμμοβολή του χρόνου, χρειάζεται προσπάθεια να σμίξει το »μοιάζει» με το »είναι».΄Ασε που πολλοί και καλοί μετακόμισαν στους Αγίους Αναργύρους, θεός συγχωρέσ΄ τους…

  Από τις λίγες φορές που όλα τα κομμάτια μόνιασαν και πειθάρχησαν πίσω απ΄το παιδί μέσα μου.

  ΄Ισως κι η τελευταία…

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Μνήμες

Inspired by Christian Schloe2

                                                      στη γιαγιά του καθενός μας

Την βρήκα να κάθετε στο ξωπόρτι.

Κρατούσε στην ποδιά της ένα μεγάλο τσίγκινο δίσκο
γεμάτο σιτάρι και το καθάριζε ξεχωρίζοντάς το σπυρί σπυρί.
«Ετοιμάζω τα κόλλυβα» μου είπε
«αύριο είναι ψυχοσάββατο».
Κοιτάζω επίμονα να διαβάσω αυτό που δεν είναι σημειωμένο
σε κανένα γραπτό, που από μόνο του είναι ολόκληρος
κόσμος. το μοναδικό δικό της βλέμμα, το ομιχλώδες άσπρο
του ματιού στην σκιά των χρόνων της.
«Οι ψυχές», συνέχισε κοιτάζοντας τον ουρανό
«δεν βρίσκουν ανάπαυση. μια μέρα το χρόνο
κατεβαίνουν στη γη και μας βλέπουν».
Ένα φως αντιφέγγιζε στις σκέψεις και ο λόγος της
έβγαινε σαν πρόσφορο. Παρατήρησα τις χοντρές φλέβες
στα γέρικα χέρια της. «Κατεβαίνουν στη γη, αγγίζουν
τα χνώτα μας και κάθονται στα κλαδιά των δέντρων.
Αυτή τη μέρα δεν πρέπει να κλαδεύονται τα δέντρα
γιατί οι ψυχές θα πέσουν στη γη, θα πονάνε και κλαίγοντας
θα λένε τα παράπονά τους για τους ζωντανούς…»

Έφερα την εικόνα στα μάτια μου  

το θρόισμα των ψυχών ανάμεσα στα κλαδιά
τις ανάσες να ταλαντεύονται μες στο διάστημα.
Μια ηρεμία στο βάθος της καθημερινής κούρασης
κατακλύζει τις νύχτες, φέρνοντας στην επιφάνεια
τις μαρτυρίες των πρωτινών
βγαλμένες μέσα από τους φόβους τους.

Λίλη Μιχαηλίδου

από τη συλλογή Αρένα, 2014 

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!

η ζακέτα σου

 



Μου έδωσες την ζακέτα σου να πάω σπίτι. Δεν ήξερες όμως πως δεν την κρέμασα στην καρέκλα καθώς μπήκα. Με αυτήν την ζακέτα πλήρωσα τον λογαριασμό των τόσο καιρό χρεοκοπημένων μου αισθημάτων. Κοιμήθηκα χαϊδεύοντας την κι έχοντάς την στην αγκαλιά μου. Την έβαλα από την εξωτερική πλευρά του κρεβατιού σε περίπτωση που θα ήθελες να σηκωθείς ή να φύγεις. Έμπλεξα τα δάκτυλά μου στις μεγάλες τρύπες της πλέξης λες και ήταν τα μαλλιά σου. Ήταν η πρώτη νύχτα που δεν μου έλλειπες κι ω Θεέ, έλιωσα στην διαστροφή πως κοιμάμαι μαζί σου. Σε μια στιγμή τα χέρια μου γλίστρησαν ανάμεσα στα μανίκια της κι έψαξα να βρω το κινητό και να σου γράφω από εκεί όσα διαβάζεις. Όπως κάνεις εσύ. Αν έβλεπες την εικόνα θα σε αναγνώριζες.

Το πρωί ξύπνησα δίπλα σε ένα άγνωστο κορμί, το δικό μου. Τι έκανα Θεέ μου; Κοιμήθηκα με.. Όχι, ευτυχώς, όχι. Ήταν μόνο η ζακέτα μου. Άρα ποιο χέρι με αγκάλιαζε το βράδυ; Ποια ανάσα με νανούρισε; Ποιο χάδι υπνοβατούσε στην ραχοκοκαλιά μου;

Όταν ήρθες να πάρεις την ζακέτα σου είχα φύγει. Οι δυνάμεις μου δεν έφταναν να αντέξω κι άλλον αποχωρισμό. Όταν θα την φορέσεις ξανά ίσως νιώσεις το χάδι μου. Την έσφιγγα τόσο που κάτι θα έχει μείνει να σε αγκαλιάζει από μένα.


Δ.Π.Β.

Το τρένο

train'

Μπαίνεις στο τρένο, λες θα κατεβείς

στον τελευταίο σταθμό, εκεί

που θα ‘χεις ως την άκρη του εξαντλήσει

το δρόμο, θα ‘χεις δει τα πάντα, θα ‘χεις ζήσει

αυτό το υπέροχο, μοναδικό ταξίδι

που η τύχη σου έτσι γενναιόδωρη

βουλήθηκε, τυφλή, να σου χαρίσει, όμως κάτι

 

κάτι συμβαίνει εκεί, στον ενδιάμεσο σταθμό

και κατεβαίνεις, άσκοπα

σε δρόμους ασαφείς περιπλανιέσαι, χάνεσαι

σ’ ερημιές ατέλειωτες, μόνο θυμάσαι

 

θυμάσαι ακόμα το ταξίδι που παράτησες

τον τελευταίο σταθμό που δε θα φτάσεις

ποτέ σου δεν θα δεις, πόσα έχεις χάσει, μόνη

παρηγοριά σου τώρα μια υποψία

φαίνεται αυτο το τρένο πως δεν έχει

δεν έχει τελευταίο σταθμό, κανείς δε φτάνει

εκεί, τυχαία

ο κάθε ταξιδιώτης ανεβαίνει, κατεβαίνει

δεν έχει το ταξίδι αυτό λογαριασμό

 

δικές σου ματαιότητες, δικές σου

πλάνες οι ενθουσιασμοί, τα σχέδια, μα ωστόσο

πώς ν’ αντισταθείς, σε πνίγουν τα ερωτήματα,

     ποιος ήταν

ο ενδιάμεσος σταθμός, γιατί κατέβηκες, πού πας

ποιος σ’ έριξε σ’ αυτές τις ερημιές

πώς έμπλεξες σ’ αυτό το τρένο που δεν έχει

απάντηση καμιά, μόνο ερωτήματα

μόνο ερωτήματα και δρόμο χωρίς άκρη
χωρίς τέλος.

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Γυμνή Αλήθεια

Ξέρεις τι με φοβίζει περισσότερο;
Μήπως μια μέρα ξυπνήσω μόνος
κι οι άνθρωποι έχουν φύγει μακριά 
δίχως συγχώρεση.

Φοβάμαι μήπως ένα φθινοπωρινό απόγευμα ξυπνήσω
κι όλοι όσοι αγάπησα αληθινά μ’ έχουν αφήσει, 
αμφισβητώντας το πάθος μου γι’ αυτούς.

Φοβάμαι μήπως ανοίξω τα μάτια σαν να ξαναγεννιέμαι
κι όσοι πλήγωσα με τον υπέρμετρο εγωισμό μου 
έχουν χαράξει νέους δρόμους στη ζωή τους,
σ’ άλλη κατεύθυνση απ’ τ’ άδειο σπιτικό.

Φοβάμαι μήπως έρθει μια νύχτα παγωμένη
που θ’ αποζητήσω τη φιλική στοργή, τον έρωτα,
τη θαλπωρή της οικογένειας, 
το χαμόγελό σου,
μα θα μυρίζει σκόνη κι υγρασία η σιωπή.

Θα στέκομαι εκεί,
πίσω απ’ την κατεβασμένη γρίλια,
με άλμπουμ παλιών φωτογραφιών μισάνοιχτα 
απλωμένα στους καναπέδες,
εφημερίδες κι αποκόμματα αραδιασμένα στο πάτωμα
με τις «επιτυχίες» που κυνηγούσα τα χρόνια του παραλογισμού,
τα χρόνια που έπρεπε να σ’ αγκαλιάζω… 

Και το τηλέφωνο δεν θα χτυπάει,
δεν θα θυμάμαι τον ήχο της φωνής σου,
ούτε το γέλιο σου κάθε που κοροϊδεύαμε του φοβισμένους.

Φοβάμαι μήπως μια μέρα κοιταχτώ στον καθρέφτη
και μετανιώσω,
και συνειδητοποιήσω το χειρότερο,
πως έφυγαν όλοι δίχως να πιστεύουν πια τις λέξεις μου,
το «σ’ αγαπώ»,
το «είμαι φίλος σου»,
το «δεν ήθελα ποτέ να σε πληγώσω»,
το πιο μεγάλο μου «συγνώμη»,
αυτό το γαμημένο συγνώμη που αν στο ‘χα πει νωρίτερα 
ίσως να μ’ είχες συγχωρέσει, 
ίσως να ήσουν τώρα κάπου εδώ κοντά,
ίσως να έστελνες ένα μήνυμα μικρό, δυο λέξεις μόνο -βάλσαμο,
«τι κάνεις»…

Φοβάμαι πως στον κήπο έχει ξεραθεί πια το γρασίδι,
ένα παμπάλαιο τασάκι στο τραπέζι απέμεινε, ξεθωριασμένο,
μου το ‘χες χαρίσει σε μια γιορτή,
τότε που στρίβαμε μαζί τσιγάρο
ζωγραφίζοντας όνειρα μ’ ανάσες καπνού…

Μου μιλούσες,
μα όλα τα νόμιζα φιλοφρονήσεις ή επιθέσεις,
-άδικα σε τυφλώνει ο εγωισμός καμιά φορά, ε;

Μου μιλούσες, μα σε κορόιδευα,
σου έλεγα «ζήσε»,
έπειτα σε πλήγωνα με τις πιο αιχμηρές μου λέξεις,
σου έλεγα θυμάμαι «δεν αξίζεις πια,
δεν ζεις με την ψυχή σου,
δεν ξέρεις να μοιράζεσαι,
δεν προχωράς τόσο γρήγορα μπροστά όσο εγώ»,
«όσο εγώ»,
«εγώ»,
«εγώ»,
«εγώ»,
πάντα αυτό το εγώ…

Κι εσύ μετά δε μιλούσες,
κι όταν μίλησες δεν ήθελα να καταλάβω,
και μιλούσες και μιλούσα πιο δυνατά,
μέχρι που μίλησες σιγά, σχεδόν ψιθυριστά,
η τελευταία φορά που θυμάμαι τη μορφή σου θαρρώ ήταν,
καθώς έλεγες:

«Φοβάμαι για σένα, 
μα τι σημασία έχει αν δεν φοβάσαι εσύ…»
Έπειτα έφυγες για πάντα.


ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ