Κωπηλατώντας

Rowing by davidsant

(εικόνα)

«Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πιστεψέ με. Αξίζει να τη ζει κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλ’ αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι από την αρχή. Τώρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξέ τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι;

– Αύριο θα ‘ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τίποτ’ άλλο να σου πω, Έζησα τόσα χρόνια σ’ αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζεις μέσα στη γυάλα, από φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να ‘χεις το θάρρος να λες: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζεις. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα τις αναμνήσεις σου και προχώρα… Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ’ αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και Γής. Άντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;»

Από το βιβλίο «Το χρώμα του φεγγαριού» της αγαπημένης μου συγγραφέα Αλκυόνης Παπαδάκη

Κάθε μέρα και ένα ταξίδι…

Οι καρδιές είναι κουπιά … αν έχεις ένα … η ζωή σου κάνει κύκλους… αν είναι δύο…

τότε ανοίγεσαι και γνωρίζεις άλλους κόσμους…

Καλή καλοκαιρινό Σ/Κ, φίλοι μου

Πηγή και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!

Της φυγής ανήμερα…

        ….Φυσάει βοριάς, ποδοβολητό, τρέχουν οι σκέψεις, απόκοσμη βουή.
     Παλιές εικόνες περνάνε, μια τελευταία ματιά, πριν χαθούν στα βάραθρα της λήθης και της λησμονιάς.
   ΄Ενα μάτσο σταγόνες της βροχής συγχρονίζεται, πριν η ματιά χαθεί πίσω από τα βλέφαρα .
   Μια βρεγμένη άκρη -σφουγγισμένα δάκρυα στο μανίκι , λεκιάζει το παρόν.
   Ο ήχος του τσίγκου με το σκουριασμένο σύρμα γι τ΄απλωμένα ρούχα, το παλιό καντάρι και της λαϊκής το μακρύ κοντάρι, κάνουν συγχορδία . Μαζί με  το ταψί στον τοίχο, σαν γκρανκάσα,  συνθέτουν σονάτα για πιάνο σε »σι» ύφεση ελάσσονα – κανονικό πένθιμο εμβατήριο.

   Στο πάλαι ποτέ πατρικό σπίτι η ατμόσφαιρα είναι βαρειά, όπως και το σύννεφο που μαβιά στολίζει την στιγμή του αποχαιρετισμού.
   Μέσα στο σπίτι, στον χώρο που οι  εποχές άλλαζαν με το μπάσιμο- βγάλσιμο των μπουριών της σόμπας, επικρατεί παγωνιά.
   Σ΄έναν τοίχο, που μπροστά του άλλαξε πολλές φορές χρήση το δωμάτιο, δυο μακρυά καρφιά μένουν καρφωμένα, λες κι ο χρόνος περιστρέφεται γύρω τους κοροϊδευτικά..
   Το παλιό ραδιόφωνο στήριζαν και την ζωή γύρω του συγύριζαν, προσπαθώντας να σηκώσουν απ΄τις λάσπες το χαμόγελο, »αητό» να το πετάξουν, πάνω από τα χτήματα και τους χωματόδρομους..
   Οι σκέψεις πλέκονται , σαν το »μαλλί της γριάς » γύρω απ΄τα καρφιά, πιο γρήγορα από το γκρινιάρικο και θορυβώδες  ρολόϊ , που μοστράρεται στον  απέναντι τοίχο, …άλλωστε γιαυτό ο χρόνος είναι σχετικός κι επαναλαμβανόμενος…
   Σ΄αυτόν τον απέναντι  τοίχο , της ίδιας ηλικίας με τα καρφιά ,είναι  το  παλιό εικονοστάσι . Ευλογημένη γωνιά και προσκυνητάρι, που αμήχανα στέκει, παρατηρώντας όλα τριγύρω ν΄αλλάζουν, πράγματα και πρόσωπα. ΄Ισως ν΄ αναρωτιέται για ποια ζωή , ποιανού τάχα, να  υμνολογεί.
   Σ΄ένα σπίτι που κουβαριαζόταν η ζωή σου , αποκαμωμένη νιότη πίσω από την σόμπα, αφού είχες εξαντληθεί φτιάχνοντας ανάμεσα απ΄τις γραμμές του τετραδίου , βραγιές σπαρμένες όνειρα.
 Μπήκες πιτσιρίκι, μπαινοβγήκες δουλεύοντας, παίζοντας και κλαίγοντας, μέχρι που βγήκες έφηβος κυνηγημένος ή δραπέτης, ακόμη δεν ξέρεις.
΄Αφησες εκεί τις ρίζες σου, αγκαλιές και αναμνήσεις και κάθε που ξαναπήγαινες, αγάπη φρόντιζες να τις ποτίσεις.
   Και πέρασαν τα χρόνια, το σπίτι άλλαξε και ξαναάλλαξε, τα  οικεία πρόσωπα έφυγαν , καινούργια αφεντικά μπήκαν, το στίγμα τους αφήκαν .
   Στα μάτια μου το είδα το πατρικό το σπίτι να απομακρύνεται , να αποξενώνεται, να κλείνει την αγκαλιά με κλειδωνιά.
   Κληρονομιά άδεια μάτια, άδεια χέρια, άδεια αγκαλιά.
   Ψυχή που δεν στέριωσε, ξεριζωμένη αγριάδα, που πήρε τον δρόμο με βαριά καρδιά, χωρίς μυαλού  φτερά να την σηκώνουν, να την φιογκοδέσουν στο πρώτο σύννεφο, στο ταξίδι χωρίς επιστροφή.       Απόκληρος νοιώθεις, μιας αγάπης ξένος.
   Σαν το σκυλί τ΄αδέσποτο, πού΄χασε τον ντορό.

  ΄Υστατη φορά οι δυο καρφόπροκες στέκουν γυμνές , έτοιμες…΄Ισως να το περίμεναν…
     ΄Ισως η μοίρα να τις όρισε εκεί, στητές, αγέρωχες, συγγενικές, εγκάρδιες, σύμφυτες, τελευταίες…
   Να κρεμάσω τις αναμνήσεις, αγαπημένος και οιωνεί απών, ενώ το ρολόϊ απέναντι θα δείχνει , πως η ώρα είναι περασμένη, …αργά για δάκρυα.
   Χωρίς  γονιό και πατρικό σπίτι δεν υπάρχει παιδί.
   Δεν υπάρχει γειτονιά, χωριό κι ενορία.
   Στον κάδο για απόσυρση, μαζί με τα μαθητικά βιβλία και τετράδια, την σκισμένη  ζωγραφιά, το φυλαχτό, το σχισμένο παπούτσι, την μονοσάνταλη σαγιονάρα, το παιδικό πουκάμισο με τα συρίτια, την λερωμένη φωτογραφία από την εκδρομή της ΣΤ΄Γυμνασίου στην Κέρκυρα, την εφημερίδα με τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων, το απόκομμα με την αγγελία του γάμου, την πρόσκληση για τα βαφτίσια των παιδιών, το εγκόλπιο πρσευχητάρι.
   Πάνω πάνω το συντακτικό του Τζάρτζανου- δεν θυμάμαι , αν μέσα είχε κανόνα για να συνταχθούν τα φύρδην-μίγδην.


   
Καιρός ν΄ανάψει το καντηλάκι στα εικονίσματα, οι ευχές, που΄γιναν προσευχές, να μαζευτούν κατευόδιο στην οριστική φυγή να αναπέμψουν.
  Να θυμάμαι αυτό που ποτέ δεν θα ξαναείμαι.
   Ποτέ πια παιδί.
   Να κάνω μια γιορτή… ,
   … να ορίσω μια ημερομηνία…,
     …κάτι να θυμάμαι απ΄την  αδόκητη φυγή….
     … Σαν σήμερα….της φυγής μου ανήμερα……

 

Αυτοκτονούμε;

Άιναφετς

www.usnews.com
.

Δείτε την αρχική δημοσίευση 447 επιπλέον λέξεις

Μνήμες

Inspired by Christian Schloe2

                                                      στη γιαγιά του καθενός μας

Την βρήκα να κάθετε στο ξωπόρτι.

Κρατούσε στην ποδιά της ένα μεγάλο τσίγκινο δίσκο
γεμάτο σιτάρι και το καθάριζε ξεχωρίζοντάς το σπυρί σπυρί.
«Ετοιμάζω τα κόλλυβα» μου είπε
«αύριο είναι ψυχοσάββατο».
Κοιτάζω επίμονα να διαβάσω αυτό που δεν είναι σημειωμένο
σε κανένα γραπτό, που από μόνο του είναι ολόκληρος
κόσμος. το μοναδικό δικό της βλέμμα, το ομιχλώδες άσπρο
του ματιού στην σκιά των χρόνων της.
«Οι ψυχές», συνέχισε κοιτάζοντας τον ουρανό
«δεν βρίσκουν ανάπαυση. μια μέρα το χρόνο
κατεβαίνουν στη γη και μας βλέπουν».
Ένα φως αντιφέγγιζε στις σκέψεις και ο λόγος της
έβγαινε σαν πρόσφορο. Παρατήρησα τις χοντρές φλέβες
στα γέρικα χέρια της. «Κατεβαίνουν στη γη, αγγίζουν
τα χνώτα μας και κάθονται στα κλαδιά των δέντρων.
Αυτή τη μέρα δεν πρέπει να κλαδεύονται τα δέντρα
γιατί οι ψυχές θα πέσουν στη γη, θα πονάνε και κλαίγοντας
θα λένε τα παράπονά τους για τους ζωντανούς…»

Έφερα την εικόνα στα μάτια μου  

το θρόισμα των ψυχών ανάμεσα στα κλαδιά
τις ανάσες να ταλαντεύονται μες στο διάστημα.
Μια ηρεμία στο βάθος της καθημερινής κούρασης
κατακλύζει τις νύχτες, φέρνοντας στην επιφάνεια
τις μαρτυρίες των πρωτινών
βγαλμένες μέσα από τους φόβους τους.

Λίλη Μιχαηλίδου

από τη συλλογή Αρένα, 2014 

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!

η ζακέτα σου

 



Μου έδωσες την ζακέτα σου να πάω σπίτι. Δεν ήξερες όμως πως δεν την κρέμασα στην καρέκλα καθώς μπήκα. Με αυτήν την ζακέτα πλήρωσα τον λογαριασμό των τόσο καιρό χρεοκοπημένων μου αισθημάτων. Κοιμήθηκα χαϊδεύοντας την κι έχοντάς την στην αγκαλιά μου. Την έβαλα από την εξωτερική πλευρά του κρεβατιού σε περίπτωση που θα ήθελες να σηκωθείς ή να φύγεις. Έμπλεξα τα δάκτυλά μου στις μεγάλες τρύπες της πλέξης λες και ήταν τα μαλλιά σου. Ήταν η πρώτη νύχτα που δεν μου έλλειπες κι ω Θεέ, έλιωσα στην διαστροφή πως κοιμάμαι μαζί σου. Σε μια στιγμή τα χέρια μου γλίστρησαν ανάμεσα στα μανίκια της κι έψαξα να βρω το κινητό και να σου γράφω από εκεί όσα διαβάζεις. Όπως κάνεις εσύ. Αν έβλεπες την εικόνα θα σε αναγνώριζες.

Το πρωί ξύπνησα δίπλα σε ένα άγνωστο κορμί, το δικό μου. Τι έκανα Θεέ μου; Κοιμήθηκα με.. Όχι, ευτυχώς, όχι. Ήταν μόνο η ζακέτα μου. Άρα ποιο χέρι με αγκάλιαζε το βράδυ; Ποια ανάσα με νανούρισε; Ποιο χάδι υπνοβατούσε στην ραχοκοκαλιά μου;

Όταν ήρθες να πάρεις την ζακέτα σου είχα φύγει. Οι δυνάμεις μου δεν έφταναν να αντέξω κι άλλον αποχωρισμό. Όταν θα την φορέσεις ξανά ίσως νιώσεις το χάδι μου. Την έσφιγγα τόσο που κάτι θα έχει μείνει να σε αγκαλιάζει από μένα.


Δ.Π.Β.

Το τρένο

train'

Μπαίνεις στο τρένο, λες θα κατεβείς

στον τελευταίο σταθμό, εκεί

που θα ‘χεις ως την άκρη του εξαντλήσει

το δρόμο, θα ‘χεις δει τα πάντα, θα ‘χεις ζήσει

αυτό το υπέροχο, μοναδικό ταξίδι

που η τύχη σου έτσι γενναιόδωρη

βουλήθηκε, τυφλή, να σου χαρίσει, όμως κάτι

 

κάτι συμβαίνει εκεί, στον ενδιάμεσο σταθμό

και κατεβαίνεις, άσκοπα

σε δρόμους ασαφείς περιπλανιέσαι, χάνεσαι

σ’ ερημιές ατέλειωτες, μόνο θυμάσαι

 

θυμάσαι ακόμα το ταξίδι που παράτησες

τον τελευταίο σταθμό που δε θα φτάσεις

ποτέ σου δεν θα δεις, πόσα έχεις χάσει, μόνη

παρηγοριά σου τώρα μια υποψία

φαίνεται αυτο το τρένο πως δεν έχει

δεν έχει τελευταίο σταθμό, κανείς δε φτάνει

εκεί, τυχαία

ο κάθε ταξιδιώτης ανεβαίνει, κατεβαίνει

δεν έχει το ταξίδι αυτό λογαριασμό

 

δικές σου ματαιότητες, δικές σου

πλάνες οι ενθουσιασμοί, τα σχέδια, μα ωστόσο

πώς ν’ αντισταθείς, σε πνίγουν τα ερωτήματα,

     ποιος ήταν

ο ενδιάμεσος σταθμός, γιατί κατέβηκες, πού πας

ποιος σ’ έριξε σ’ αυτές τις ερημιές

πώς έμπλεξες σ’ αυτό το τρένο που δεν έχει

απάντηση καμιά, μόνο ερωτήματα

μόνο ερωτήματα και δρόμο χωρίς άκρη
χωρίς τέλος.

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ