ΔΕ ΘΕΛΩ (να μην ξεχνώ…)

 

  (εικόνα)

 

Δεν περιμένω κανενός

 τη στενοχώρια και το φως 

 να με φωτίσει στον καιρό

τον δροσερό σαν το νερό…

 

σαν το νερό σε μια πηγή  

κάποιου βουνού που αιμορραγεί

συμπόνια στάχτη και δροσιά

πλάι σ’ ακίνητη  πρασιά.

 

Δε θέλω αγέρα απ’ τις κορφές

 ή θαλπωρή στις παρυφές

 κάποιας ανάγκης που καλεί

 στο τελευταίο το σκαλί…

 

του παραδείσου που ‘ταν χτες

κι είχε τις πόρτες ανοιχτές

για κάποιαν άλλη εποχή

που στη σκιά της με καλεί.

 

Δε θέλω γάργαρα νερά

υπόγεια είτε φανερά,

θέλω το φως που με χτυπά

 να με ζεσταίνει να πονά…

 

να με πονά, να με χτυπά,

να μην ξεχνώ, μες στη χαρά,

πως ύπνος είναι η ζωή

και όνειρο η προσμονή!

 

Μαρία Κ. 17/08/2010

Advertisements

Κωπηλατώντας

Rowing by davidsant

(εικόνα)

«Μην πικραίνεσαι, είπε. Και βούρκωσε. Είναι όμορφη η ζωή. Πιστεψέ με. Αξίζει να τη ζει κανείς, έστω κι αν κάποτε γεμίζει πληγές. Σε νιώθω. Λες να μην τα ξέρω όλ’ αυτά; Μα να θυμάσαι πάντα, φιλαράκο, πως αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα. Δε σταματάει πουθενά η ζωή. Μη σε μπερδέψουνε κάτι κακομοίρηδες, που σφίγγουν σαν το παραδοσάκουλο της ψυχής τους. Κι ο άνθρωπος σαν τα δέντρα είναι. Ανθίζει, κάνει καρπούς, μαδάει, και πάλι από την αρχή. Τώρα έχεις φουρτούνα εσύ, και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Φύλαξέ τα όμως στο μυαλό σου αυτά που ακούς. Δεν σου κάνω το δάσκαλο. Ένας γερο-ξεκούτης είμαι. Μα αυτά τα πράγματα έτσι γίνονται. Το ξέρω καλά. Αν θέλεις να φύγεις, φύγε. Κανείς δεν μπορεί να σε κρατήσει. Προχώρα όρθιος όμως. Έτσι;

– Αύριο θα ‘ναι μια καινούρια μέρα, αγόρι μου. Πλύσου, χτενίσου, ψιθύρισε ένα τραγουδάκι και ξεκίνα. Δεν ξέρω τίποτ’ άλλο να σου πω, Έζησα τόσα χρόνια σ’ αυτή τη γη. Δεν αρνήθηκα ποτέ τα λάθη μου. Δε γουστάρω τους ανθρώπους που είναι ατσαλάκωτοι. Αξίζει να ζεις μέσα στη γυάλα, από φόβο μην πληγωθείς; Ζήσε τη ζωή σου ελεύθερα. Κι όταν τσακίζεσαι, να ‘χεις το θάρρος να λες: Με γεια μου με χαρά μου. Φτου κι από την αρχή τώρα. Όχι κακομοιριές και κλαψούρες. Η ζωή είναι όμορφη, παλικάρι μου, μόνο όταν την ζεις. Όταν κυλιέσαι μαζί της. Πότε σε λασπουριές και πότε σε ροδοπέταλα. Κράτα τις αναμνήσεις σου και προχώρα… Μια περιπλάνηση είναι το διάβα μας σ’ αυτό το κόσμο. Μια περιπλάνηση ανάμεσα ουρανού και Γής. Άντε να πιούμε και το τελευταίο. Έχω να σηκωθώ νωρίς αύριο. Πρέπει να κλαδέψω τις τριανταφυλλιές. Αλλιώς, πώς θα θυμάμαι το χαμόγελο αυτηνής της κακούργας της Μελπομένης;»

Από το βιβλίο «Το χρώμα του φεγγαριού» της αγαπημένης μου συγγραφέα Αλκυόνης Παπαδάκη

Κάθε μέρα και ένα ταξίδι…

Οι καρδιές είναι κουπιά … αν έχεις ένα … η ζωή σου κάνει κύκλους… αν είναι δύο…

τότε ανοίγεσαι και γνωρίζεις άλλους κόσμους…

Καλή καλοκαιρινό Σ/Κ, φίλοι μου

Πηγή και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!

Το τρένο

train'

Μπαίνεις στο τρένο, λες θα κατεβείς

στον τελευταίο σταθμό, εκεί

που θα ‘χεις ως την άκρη του εξαντλήσει

το δρόμο, θα ‘χεις δει τα πάντα, θα ‘χεις ζήσει

αυτό το υπέροχο, μοναδικό ταξίδι

που η τύχη σου έτσι γενναιόδωρη

βουλήθηκε, τυφλή, να σου χαρίσει, όμως κάτι

 

κάτι συμβαίνει εκεί, στον ενδιάμεσο σταθμό

και κατεβαίνεις, άσκοπα

σε δρόμους ασαφείς περιπλανιέσαι, χάνεσαι

σ’ ερημιές ατέλειωτες, μόνο θυμάσαι

 

θυμάσαι ακόμα το ταξίδι που παράτησες

τον τελευταίο σταθμό που δε θα φτάσεις

ποτέ σου δεν θα δεις, πόσα έχεις χάσει, μόνη

παρηγοριά σου τώρα μια υποψία

φαίνεται αυτο το τρένο πως δεν έχει

δεν έχει τελευταίο σταθμό, κανείς δε φτάνει

εκεί, τυχαία

ο κάθε ταξιδιώτης ανεβαίνει, κατεβαίνει

δεν έχει το ταξίδι αυτό λογαριασμό

 

δικές σου ματαιότητες, δικές σου

πλάνες οι ενθουσιασμοί, τα σχέδια, μα ωστόσο

πώς ν’ αντισταθείς, σε πνίγουν τα ερωτήματα,

     ποιος ήταν

ο ενδιάμεσος σταθμός, γιατί κατέβηκες, πού πας

ποιος σ’ έριξε σ’ αυτές τις ερημιές

πώς έμπλεξες σ’ αυτό το τρένο που δεν έχει

απάντηση καμιά, μόνο ερωτήματα

μόνο ερωτήματα και δρόμο χωρίς άκρη
χωρίς τέλος.

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

‘κι αυτό θα περάσει’

seagulalone

 

Έλα κάθισε εδώ,  σ’ αυτή την ευθεία

σ’ αυτή τη γωνία

 της γραμματοσειράς και ηρέμησε.

Άναψε ένα τσιγάρο από το πακέτο

που γράφει ‘το κάπνισμα σκοτώνει’

πάρε μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου εικόνες στη σειρά…

τα μανεκέν της Victoria’s secret..

τις άνεργες καθαρίστριες

το λαγό στιφάδο

τους λύκους στην  Πίνδο

τον πατέρα σου να βγάζει τη ζώνη του

και που τώρα διαμένει

 σ’  ένα κουτί μπερδεμένα κόκκαλα…

Τη μητέρα σου που φορούσε

ένα γκρι ταγιέρ πηγαίνοντας Κυριακές στην εκκλησία.

 

Τράβα μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου πόσο τυχερός είσαι

που δεν είσαι Σομαλός στη Σομαλία

Σύριος στη Συρία

που πήγες για πρωτοχρονιά στο Λονδίνο

που είδες τα όνομα  σου κάτω από ένα κείμενο

σε μεγάλη εφημερίδα σ’ ένα βιβλίο.

Βγάλε τον καημό σου στο τσιγάρο

Βγάλε το σκασμό που μπορείς ν’ ακούς casta diva.

 

Μη γίνεσαι μίζερος

έλα και κάθισε μέσα σ’ αυτό το ποίημα

ήρεμος κι ας σε διαπερνάει ένας αέρας

που λίγο σ’ ανατριχιάζει

αλλά που μπορείς να πεις ‘κι αυτό θα περάσει’

μέχρι να σβήσεις το τσιγάρο σου

μέσα σ’ αυτό το ποίημα που κάθισες….

 

 ΄Ελα και κάθισε σ΄ αυτό το ποίημα

του Ηλία Κουτσούκου

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ:  vnottas 

 

Tο μυστικό σου

Interplanetory_Confrontation_by_AnnaKirsten

– Γερνάμε, δεν μπορούμε να το αποφύγουμε,  τι είμαστε;

 

– Ένα φως μέσα στην άβυσσο του σύμπαντος,

 

…μικροί, καθημερινοί αναστεναγμοί ανάμεσα σε τσιγάρα,

που τα άστρα πίνουν ανέμελα, στα πάρκα του ουρανού.

 

Ένα χαμόγελο της Ανδρομέδας που ερωτεύτηκε τον παιχνιδιάρη Κρόνο…

 

– Τι σκατά είμαστε σε ξαναρώτησα.

 

– Ένα μεγάλο μυστικό είμαστε, είπες

ενός κόσμου που χάνεται στους πίνακες των χρηματιστηρίων,…

 

… ένα μυστικό χωρίς πατρίδα, χωρίς δεσμά,

δυο παιδιών

που ερωτεύτηκαν το δρόμο.

 

Ένα μυστικό δύο σωμάτων, που ιδρωμένα πλέκουν τις ρίζες τους

στα μαλλιά μίας αυγουστιάτικης νύχτας,

στα απέραντα μελαγχολικά μάτια του ουρανού.

 

Χαμογέλασα, έσκυψα στην αγκαλιά σου, φίλησα τη σκιά,

 που το φεγγάρι έριχνε στο παράθυρο του δωματίου.

Δεν υπάρχεις παρά μόνο στα όνειρα μου…

 

– Ε και; είπες

 

Από όνειρα φτιάχνονται παραμύθια, κι από παραμύθια οι Άνθρωποι…

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!

Aυτός είναι ο «νόμος»…


Οι μόνες και μοναδικές αντικειμενικές αλήθειες στη ζωή μας είναι δύο: η γέννηση και ο θάνατος. Ερχόμαστε, άγνωστον από πού, ταξιδεύουμε μέσα στον χρόνο, άγνωστο γιατί και κάποια στιγμή φεύγουμε πάλι, άγνωστο γιατί και για πού.

Ένα ταξίδι λοιπόν η ζωή μας μέσα στο χρόνο.

Μας παρηγορεί να λέμε πως περνάει ο χρόνος, μόνο που εμείς είμαστε εκείνοι που φεύγουμε. Ο χρόνος είναι πάντα εδώ για να υποδεχθεί όσους θα συνεχίσουν να έρχονται.

Ένα ταξίδι λοιπόν η ζωή μας.

Ένα ταξίδι, πάνω στο οποίο γραπωνόμαστε, γεμίζοντάς το με χιλιάδες πράγματα και καταστάσεις που δεν είναι τίποτα άλλο από ψευδαισθήσεις, ψευδαισθήσεις, που ο φόβος του «τέρματος» τις κάνει να μοιάζουν πραγματικότητα.

Πρωτόγονος, αταβιστικός ο φόβος του Θανάτου.

Για να τον εξορκίσουμε ζούμε, κινούμαστε, σκεφτόμαστε, προγραμματίζουμε, δρούμε, θεωρώντας ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ιδέα. Μετατρέπουμε τη δεύτερη αντικειμενική πραγματικότητα σε ψευδαίσθηση και την ψευδαίσθηση την κάνουμε πραγματικότητα.

Έτσι ,θεωρούμε τα πάντα δεδομένα. Και σαν δεδομένα μπορούμε να τα αγνοούμε, να τα ξεχνάμε και φορές να τα αντιπαρερχόμαστε, χωρίς να τα βλέπουμε.

Έβλεπα ένα ντοκυμαντέρ στην τηλεόραση για κάποια καταστροφή και άκουσα κάποιον διασώστη, που παρ’ ολίγο να πνιγεί, να λέει:

«την ώρα που ένοιωθα πως θα πέθαινα, ένοιωσα τόση λύπη για όσα ήθελα να πω στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου, την αγάπη μου, τη λαχτάρα μου γι αυτούς και δεν τα είχα πει. Σήμερα όμως για μένα η ζωή μετράει διαφορετικά».

Θεωρώντας δεδομένους τους άλλους, έρχεται κάποια στιγμή και η απουσία τους σου σπαράζει την ψυχή, γιατί δεν τους
έδειξες πόσο πολύτιμοι ήταν για σένα, δεν τους είπες όλα όσα θάθελες…και τώρα δεν θα έχεις την ευκαιρία ποτέ! Ποτέ πια!

Ο φόβος του Θανάτου, αυτή η γνώση της αναχώρησης, που γεννάει τον τρόμο τού «δεν υπάρχεις», αυτή η αγωνία μην ξεχαστείς.

Να ένας σημαντικός λόγος που κάνουμε παιδιά. Μέσα από τη δική τους ύπαρξη, θεωρούμε ότι δεν πεθαίνουμε. Κι έτσι ξεκινάει η τυρρανία και η εξόντωση των παιδιών, από την προσπάθειά μας να σιγουρευτούμε ότι θα ζούμε μέσα από αυτά
. Γραπωνόμαστε επάνω τους, κι όσο η δική μας ζωή λιγοστεύει, τόσο γινόμαστε εξοντωτικοί κι απάνθρωποι σχεδόν απέναντί τους.

Μόνο που θα ξεχαστούμε, γιατί αυτός είναι ο «νόμος».

Μπορούμε όμως και να συνεχίσουμε να υπάρχουμε μέσα στις ψυχές αυτών που συναντήσαμε, αυτών που γεύτηκαν την ηρεμία και τη γλυκύτητα τής ψυχής μας, αυτών τους οποίους δεν θεωρήσαμε ποτέ δεδομένους, να υπάρχουμε στις ψυχές αυτών που βάλαμε ένα λιθαράκι δημιουργίας, αυτών που η θύμησή μας θα φέρνει στα χείλη τους ένα χαμόγελο νοσταλγίας.


Ο Θάνατος!!!

Θα μπορούσε να είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στη ζωή τής βαρβαρότητας, τής κτηνωδίας, τής θλίψης και του πόνου και στη ζωή εκείνη που το πέρασμά της άφησε μια φωτεινή γραμμή.

Πηγή: karfitsa

Η ζωή μας κάνει κύκλους…

Απλώνω το χέρι και αγγίζω κύκλους της ζωής μου … ήρθαν μπροστά μου ικετεύοντας … να τους κλείσω … πρέπει να το κάνω εγώ … με σεβασμό σε ό,τι έζησα … ευλαβικά κρατώ τις άκρες στα δάχτυλα … ματώνω … διστάζω … μια ανάσα απόφαση … πικρός αποχαιρετισμός … ρίχνω κλεφτές ματιές … σε ό,τι μου πρόσφεραν … σε ό,τι έδωσα … εύθραυστες ισορροπίες … να τους κλείσω γιατί ήρθε η ώρα … προσπαθώ να κλέψω κάτι … να το βάλω σημαία … να μου θυμίζει … είναι γεμάτοι πρόσωπα και λόγια που αγάπησα … δεν βιάζομαι …

αναπνέω αναμνήσεις …

…..

κλείνω τις άκρες …

το τέλειο σχήμα …

θρηνώ το τέλος τους …

τους αποθέτω σε μέρος κρυφό …

…..

αποτείνω δάκρυ αντάξιο …

θα είμαι πάλι εγώ …

ΠΗΓΗ: το έτερον