Της Φύσης τα διδάγματα…

Η Επανάσταση της Ηλιαχτίδας

Θα χειμωνιάσει πάλι φέτος, είπαν 
τελικά δε θα το αποφύγουμε 
κάτι διαφωνίες μεταξύ των εποχών
κατέληξαν σε συμφωνία.
Το καλοκαίρι ύψωσε τη φωνή του
στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων
και κατάφερε να κερδίσει κάτι μέρες
μα όχι για όλους·
μερικοί θα χειμωνιάσουν πιο νωρίς.
Μιά ηλιαχτίδα μόνο επέμενε (μα τόσο σθένος κι αυτή)
παίρνοντας το μέρος των απεγνωσμένων
«εγώ θα βγαίνω, θα βγαίνω, θα βγαίνω 
ανεξαρτήτου εποχής»,
είπε τρις του ήλιου πεισματικά 
και εκείνος τη θαύμασε· 
μια μικρή ηλιαχτίδα ήταν 
μα δε το θέλει και πολύ
ετούτη η ανταρσία της
να ξεκινήσει νέο καλοκαίρι. 
Πηγή  και ευχαριστώ: triala  (Κωνσταντίνος Κόλιος)
Advertisements

‘Υμνος στην Ομορφιά

Είναι ωραία να αγγίζεις την ομορφιά. Έχεις πολλά να μάθεις καθώς το επιχειρείς: πως είναι από πολλές πλευρές ευάλωτη θα καταλάβεις’ κι ότι από δρόμους πολλούς, κι όχι πλατύς σαν λεωφόρους την πλησιάζεις: μέσα από στενά μονοπάτια σε προσκαλεί΄στο πυκνό δάσος της σκέψης της, σκεπασμένα από αναρριχώμενες τριανταφυλλιές, που οι κορφές των κλαδιών τους αγγίχτηκαν σαν ουράνιος κι αγκάθινος θόλος. Πλέχτηκαν τα κλωνιά, μέχρι που σχημάτισαν ένα τούνελ, χαμηλότερο απ΄ το ύψος του μέσου άντρα και ψηλότερο απ΄ το ύψος της μέσης σκέψης.

Για αυτό σαν θηρευτής να έρπεις, σαν σκυλί να οσφραίνεσαι την ευαισθησία, σαν πραγματιστής-κόλακας να πλησιάζεις την ομορφιά. Και σαν φτάσεις κοντά της, σαν την ζυγώσεις σ’ απόσταση ανάσας, να προσέξεις: να μη την τρομάξεις. Με απαλά χέρια και γάντια βελούδινα να την αγγίξεις, με φίλτρο μαγικό στην όσφρηση να την μυρίσεις. Γιατί πολλά μικρά και πολύχρωμα πουλιά ξεκουράζονται στα κλαδιά της: τραγουδούν μεθυστικά και καλούν το ταίρι τους’ με λόγια μακρόσυρτα και παιγνίδια εθιστικά.

Κι άλλοτε πετούν και τσαλαβουτούν στα λασπωμένα νερά’ τιτιβίζουν χαρούμενα και τρίβουν τα ράμφη τους στο χώμα. Για αυτό να είσαι τρομερός σας ίσκιος κι απλωμένος σαν του ήλιου το διάφανο σεντόνι: σαν αποφασίσεις να κινήσεις για τα λαμπρά πελάγη, εκεί που η ομορφιά τρέμει στο αφροστόλισμα, σαν καταφύγιο που σκεπάστηκε με κύμα ταραγμένο’  χαμόκλαδα και γαλάζια χλόη. Και σαν παγίδα που δάγκωσε την φτέρνα της.

Με σκυμμένες τις απόψεις σου να την πλησιάζεις΄ με έντρομο τον εγωισμό. Δίχως περηφάνια χωρίς προκατάληψη: ας έχεις έναν απέραντο θαυμασμό στο βλέμμα και τότε θα σε αναγνωρίσει. Σαν παιδί της θα σε προστατέψει, σαν σύντροφό της θα σε επιλέξει, σαν είδωλο θα σε προσκυνήσει: όταν αντικρίσει στο βλέμμα σου την αναγνώριση, κάτω απ’ όλες τις μιασμένες πράξεις της ευγλωττίας.

Να τον πλησιάζεις με χέρια που τρέμουν από ηδονή τον ανθό. Να σκύβεις μπροστά στο τρέμισμά του. Κι αν άντρας θεόρατος είσαι, τιμή σου να το αισθάνεσαι. Αν το σώμα σου σκύβει η ψυχή σου στεντόρεια να μένει κι η παρρησία σου να μη λυγίζει. Σιωπηλά να την προσκυνάς, σαν την όμορφη ξένη πόλη που δεν σου ανήκει. Την διάθεση του κατακτητή να αποφεύγεις’  στα οχυρά της τις πέτρες να χαϊδεύεις’ να γαληνεύει το αρχαίο κάλλος κι απ΄τον βράχο, να προβάλει σμιλευμένη η Αφροδίτη.

Να πετάς το σπαθί σου στο ποτάμι. Να μη το βρίσκεις, αλλά να νιώθεις πάνοπλος και ισχυρός στην γύμνια σου. Γιατί κρύβει δύναμη η ευλυγισία των μίσχων’ αντέχει στο ξεροβόρι το λύγισμα. Κι όταν φεύγεις να παίρνεις την μυρουδιά μαζί σου: στο προσκεφάλι σου να την ακουμπάς: απαλά σαν βρέφος να νανουρίζεις τις σκέψεις που σου φανέρωσε. Να γράφεις ύμνους και ευλογίες στην θύμησή της’ να σκορπίζεις τις άγονες σκέψεις’ να μην αρπάζεις μα να προκαλείς.

Να φτάνεις και να γυρίζεις πριν τον σκοπό σου. Σαν άνεμος, νοτιάς ζεστός να πάλετε η καρδιά σου από την συγκίνηση. Να είσαι ικανοποιημένος μονάχα σαν την αντικρίζεις. Την δίψα σου να κρύβεις. Αν σε προδώσει, κι αν δακρύσεις, κι αν πονέσεις, ως το τέλος να αφήσεις τα δάκρυα να στάξουν στη χέρσα γη: να την ποτίσουν, να εξημερωθούν τα θηρία, να γελάσουν τα κτήνη σου. Εσύ να είσαι εκείνος, που θα σκοτώνεις πρώτος τους δράκους σου. Να μαλακώσει η ψυχή σου: σαν ζυμάρι να την πλάσεις με τα χέρια σου. Γιατί ο σκοπός της ομορφιάς είναι να σε θρέψει, να σε εξυψώσει, μέχρι να την πλησιάσεις και να την αναγνωρίσεις. Κι αυτόν τον δρόμο ποτέ δεν θα τον μετανιώσεις: αν την αναγνωρίσεις άξιος θα είσαι, κι όμορφος ως το τέλος σου: έτσι θα εκπληρώσεις τον σκοπό της ζωής σου: το δικό σου λιθαράκι θα είναι βουνό στα τραγικά πόδια της ασχήμιας.

Γιατί τα πράγματα γυρίζουν όπως γυρίζει η γη. Επιστρέφουν, όπως επιστρέφει το ποτάμι στην πηγή: μέσα από υπόγειες και μυστικές κοιλάδες. Κάθε φορά να έρχεσαι πιο όμορφος στον κόσμο, καθώς απ’ τον κόσμο σου θα φεύγεις. Καθώς θα περνάς τις συμπληγάδες σου’ καθώς θα βουρκώνεις απ’ την αδικία’ καθώς θα λυγίζεις σαν σώμα στην μοναξιά σου. Όπως η σκέψη σου θα λυγίζει, καθώς τα γόνατά σου θα τσακίζουν από το βάρος, εσύ να γνωρίζεις πως η ομορφιά σου είναι: που υποφέρει στην αιχμαλωσία’ που δραπετεύει κι αναδύεται.


Divider
Ευχή μου για τις γιορτές  η αντίστοιχη του Κωνσταντίνου Κόλιου:
«εύχομαι κι η ομορφιά
σαν σεντόνι ουράνιο να σκεπάζει
απαλά τις ζωές μας»

Κωνσταντίνε,  σ’ ευχαριστώ για την ευγενική σου παραχώρηση

να αναδημοσιεύσω μια από τις εξαιρετικές σου  αναρτήσεις