Γυμνή Αλήθεια

Ξέρεις τι με φοβίζει περισσότερο;
Μήπως μια μέρα ξυπνήσω μόνος
κι οι άνθρωποι έχουν φύγει μακριά 
δίχως συγχώρεση.

Φοβάμαι μήπως ένα φθινοπωρινό απόγευμα ξυπνήσω
κι όλοι όσοι αγάπησα αληθινά μ’ έχουν αφήσει, 
αμφισβητώντας το πάθος μου γι’ αυτούς.

Φοβάμαι μήπως ανοίξω τα μάτια σαν να ξαναγεννιέμαι
κι όσοι πλήγωσα με τον υπέρμετρο εγωισμό μου 
έχουν χαράξει νέους δρόμους στη ζωή τους,
σ’ άλλη κατεύθυνση απ’ τ’ άδειο σπιτικό.

Φοβάμαι μήπως έρθει μια νύχτα παγωμένη
που θ’ αποζητήσω τη φιλική στοργή, τον έρωτα,
τη θαλπωρή της οικογένειας, 
το χαμόγελό σου,
μα θα μυρίζει σκόνη κι υγρασία η σιωπή.

Θα στέκομαι εκεί,
πίσω απ’ την κατεβασμένη γρίλια,
με άλμπουμ παλιών φωτογραφιών μισάνοιχτα 
απλωμένα στους καναπέδες,
εφημερίδες κι αποκόμματα αραδιασμένα στο πάτωμα
με τις «επιτυχίες» που κυνηγούσα τα χρόνια του παραλογισμού,
τα χρόνια που έπρεπε να σ’ αγκαλιάζω… 

Και το τηλέφωνο δεν θα χτυπάει,
δεν θα θυμάμαι τον ήχο της φωνής σου,
ούτε το γέλιο σου κάθε που κοροϊδεύαμε του φοβισμένους.

Φοβάμαι μήπως μια μέρα κοιταχτώ στον καθρέφτη
και μετανιώσω,
και συνειδητοποιήσω το χειρότερο,
πως έφυγαν όλοι δίχως να πιστεύουν πια τις λέξεις μου,
το «σ’ αγαπώ»,
το «είμαι φίλος σου»,
το «δεν ήθελα ποτέ να σε πληγώσω»,
το πιο μεγάλο μου «συγνώμη»,
αυτό το γαμημένο συγνώμη που αν στο ‘χα πει νωρίτερα 
ίσως να μ’ είχες συγχωρέσει, 
ίσως να ήσουν τώρα κάπου εδώ κοντά,
ίσως να έστελνες ένα μήνυμα μικρό, δυο λέξεις μόνο -βάλσαμο,
«τι κάνεις»…

Φοβάμαι πως στον κήπο έχει ξεραθεί πια το γρασίδι,
ένα παμπάλαιο τασάκι στο τραπέζι απέμεινε, ξεθωριασμένο,
μου το ‘χες χαρίσει σε μια γιορτή,
τότε που στρίβαμε μαζί τσιγάρο
ζωγραφίζοντας όνειρα μ’ ανάσες καπνού…

Μου μιλούσες,
μα όλα τα νόμιζα φιλοφρονήσεις ή επιθέσεις,
-άδικα σε τυφλώνει ο εγωισμός καμιά φορά, ε;

Μου μιλούσες, μα σε κορόιδευα,
σου έλεγα «ζήσε»,
έπειτα σε πλήγωνα με τις πιο αιχμηρές μου λέξεις,
σου έλεγα θυμάμαι «δεν αξίζεις πια,
δεν ζεις με την ψυχή σου,
δεν ξέρεις να μοιράζεσαι,
δεν προχωράς τόσο γρήγορα μπροστά όσο εγώ»,
«όσο εγώ»,
«εγώ»,
«εγώ»,
«εγώ»,
πάντα αυτό το εγώ…

Κι εσύ μετά δε μιλούσες,
κι όταν μίλησες δεν ήθελα να καταλάβω,
και μιλούσες και μιλούσα πιο δυνατά,
μέχρι που μίλησες σιγά, σχεδόν ψιθυριστά,
η τελευταία φορά που θυμάμαι τη μορφή σου θαρρώ ήταν,
καθώς έλεγες:

«Φοβάμαι για σένα, 
μα τι σημασία έχει αν δεν φοβάσαι εσύ…»
Έπειτα έφυγες για πάντα.


ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Στης Νεραϊδένιας τη μοναξιά.

 

Αμίλητη στα ακρογιάλια του ονείρου,
ψηλά στον ήλιο που δόξαζε τον ουρανό
τις σαϊτιές του έρωτα δοκίμαζες καρδιά μου,
ήσουν η άνοιξη που λάμπρυνε το φως.

Πάνω στα υγρά, θολά σου μάτια
άρχισε ο μπάτης να φυσά
και η ανάμνηση σαν θεριεμένο κύμα
ερχόταν να σε πάρει μακριά.

Πήγε να πέσει η βροχή
που θα ’σβηνε όσα ζήσαμε μαζί.
Πλεούμενα καράβια οι ελπίδες μας,
του ανέμου παιχνίδι τα μαλλιά
δεν άσπρισαν ακόμη στα στερνά.

Βαδίζεις σαν πουλί χωρίς φτερά
μαλαματένια τα φιλιά.
Οι αγκαλιές ήταν σφιχτές
μες στου ονείρου τη φωλιά,
γέννησαν ξαφνικά τις αστραπές
στης Νεραϊδένιας τη μοναξιά.

 
 
Λάσκαρης Π. Ζαράρης
 
Πηγή και ευχαριστώ:  Γυναίκα