Ανέκαθεν θαύμαζα τους μορφωμένους ανθρώπους και ειδικότερα αυτούς που χειρίζονται σωστά την πλουσιότατη ελληνική μας γλώσσα.

Νέες λέξεις ή εκφράσεις  επίκαιρες, βρήκα από  navarino-s που  αναγκαζόμαστε  οι ΄Ελληνες -είτε το θέλουμε είτε όχι-   να υιοθετήσουμε ...έτσι για να πέφτουμε  στα μαλακά:

απασχολήσιμος  αντί  άνεργος, 

λιγότερο προνομιούχος   αντί φτωχός, 

διαχείριση ανθρώπινων πόρων  αντί  εκμετάλλευση, 

συνεργασία  αντί  κυριαρχία, 

ανάπτυξη  αντί  καπιταλισμός


δανειοδότηση  αντί  τοκογλυφία


και μια που μόλις σήμερα έμαθα:


ανακατεύθυνση  αντί  …απώλεια μισθών…

και έπεται η συνέχεια.

Τί έχουμε οι έρμοι  ΄Ελληνες να μάθουμε ακόμη;

Η γενιά μου…

Τη βλέπω στους χώρους που αναπτύσσεται, στους οικείους της χώρους, εκεί που συνήθισε να ζει και να μαθαίνει, εκεί που τολμάει να αναμετρηθεί με τον εαυτό της και με τους άλλους, με το ύφος της γεμάτο σιγουριά και τον αέρα της ασφάλειας του ανήκειν και παραλύω στη σκέψη  όσων, μάλλον σύντομα, χρειάζεται να της πω.

Δεν αντέχω την απορία στα μάτια της όταν της μιλάω με μισόλογα, αλλά το ενδεχόμενο η αλήθεια να μετατρέψει αυτή την απορία σε πίκρα και απογοήτευση, με κάνει να παγώνω από τον τρόμο, οπότε διαλέγω τη μικρότερη πληγή· προτιμώ να μασάω τα μισόλογά μου και να αναβάλλω συνεχώς την αλήθεια, με το απατηλό σκεπτικό ότι μπορεί στο μεταξύ να βρω μια λύση που θα ματαιώσει την ανάγκη και των δύο.

Βλέπεις, το θέσφατο «η αλήθεια λυτρώνει», δεν συνοδεύεται από αστερίσκο που να παραπέμπει σε υποσημείωση σχετικά με το κόστος της λύτρωσης και δεν διευκρινίζει ποιανού η αλήθεια –του φέροντος ή του αποδέκτη, του θύτη ή του θύματος- αξιολογείται ως αληθινότερη. Άσε που, στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που προοιωνίζει η αποκάλυψη της αλήθειας δίνει σ’ εμένα τους ρόλους και του λυτρωτή και του λυτρωμένου και υποβιβάζει τη μικρή πρωταγωνίστρια, σε απλό κομπάρσο. Πώς να της πω ότι, η δραστηριότητα που σταμάτησε, δεν είναι μόνο για λίγο, ούτε (δεν ξέρω, θα δούμε, ίσως, μάλλον) μόνο για φέτος και ότι δεν πρόκειται να αντικατασταθεί με άλλη, όπως μουρμούρισα προσεκτικά ασαφώς; Πώς να της πω ότι, αν δεν αλλάξει κάτι στην κατάστασή μας, θα ακολουθήσει παύση αορίστου χρόνου κι άλλων δραστηριοτήτων, γιατί «η μαμά δεν μπορεί πια να τις πληρώνει»; Ότι το μόνο που κάνω, μέρες τώρα, είναι να προσπαθώ να φτιάξω μια λίστα προτεραιότητας, μεταθέτοντας απλώς για αργότερα τα πιο σημαντικά και απολύτως απαραίτητα, χωρίς όμως να μπορώ να εξασφαλίσω ότι τελικά θα τα σώσω, ενώ ταυτόχρονα ψειρίζω σχολαστικά τις λέξεις που εκείνη θα μπορεί να καταλάβει, χωρίς όμως το άκουσμά τους να της τσακίσει τα φτερά; Δεν έχω βιωματική πληροφορία.

Οι γονείς μου δεν ήρθαν ποτέ στη δική μου θέση κι εγώ δε βρέθηκα ποτέ στη θέση της κόρης μου. Όπως ακριβώς εκείνοι βεβαίως, έχω κι εγώ απορρίψει άπειρες φορές, ισάριθμα αιτήματα, που για να τα αποφύγω, άλλες τόσες φορές, έχω χρησιμοποιήσει ως πρόσχημα τα λεφτά, αντίθετα όμως μ’ εκείνους, τώρα εγώ, ακυρωμένη, οδηγούμαι στην άρνηση του τρόπου ζωής που της δίδαξα και στη στέρηση αυτών για τα οποία της έμαθα να ενδιαφέρεται. Τουλάχιστον οι γονείς μου, όταν μας σιχτίριζαν «δεν αναγνωρίζετε κόπο και κούραση», «αχάριστες, δεν ικανοποιείστε με τίποτα» και «όσα και να σας προσφέρουμε είναι για σας πάντα λίγα», ένιωθα ότι ο τόνος στα λόγια τους φανέρωνε αυτοπεποίθηση – ίσως αυταρέσκεια· στο βάθος καμάρωναν για ό,τι είχαν καταφέρει, που τα παιδιά τους δεν χρειαζόταν να περάσουν όσα πέρασαν οι ίδιοι, που τα παιδιά τους ζούσαν καλύτερα απ’ ό,τι έζησαν αυτοί.

Ενώ εμείς οι οπισθοδρομικοί, δεδομένου ότι, στην καλύτερη περίπτωση, θα αναφερόμαστε στην εξασφάλιση των στοιχειωδών, θα ήταν γελοίο να τολμήσουμε ποτέ να πούμε τέτοια λόγια, αφού δεν θα έχουμε καταφέρει να ζούνε τα παιδιά μας, όχι καλύτερα, αλλά ούτε έστω όπως ζήσαμε εμείς. Η γενιά μου είναι, τελικά, καταραμένη. Είναι η γενιά που μεγάλωσε ακούγοντας τους προγενέστερούς της να την μέμφονται «δεν ζήσατε εσείς κατοχή· δεν ξέρετε τι θα πει πείνα και ανέχεια» και θα γεράσει ακούγοντας τους μεταγενέστερούς της να της λένε, μέχρι να πεθάνει, τα ίδια ακριβώς.

ΠΗΓΗ

Παιχνίδι φαντασίας…

ή

ΤΡΑΓΙΚΕΣ και ΟΛΕΘΡΙΕΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ

«Στο ίδιο έργο θεατές

Στο ίδιο έργο θεατές, χαμένης νύχτας εραστές
Με μια κιθάρα στης Αθήνας τον εξώστη
Από το σήμερα στο χτες, της απουσίας φοιτητές
Με έναν ήχο στην ψυχή ναυαγοσώστη
Ό,τι ακούω να ακούς, μέσα σε κόσμους μυστικούς
Θ’ ανακαλύψεις μια πατρίδα ξεχασμένη
Παραδομένη στους καιρούς και σε πελάτες πονηρούς
Σε συμπληγάδες μια ζωή παγιδευμένη
Στο ίδιο έργο θεατές, εσύ και εγώ τραγουδιστές
Φανατικοί της πιο φευγάτης εξουσίας
Οι ήχοι μας διαδηλωτές και τα στιχάκια εμπρηστές
Αυτό το έργο είναι παιχνίδι φαντασίας
Σενάριο χωρίς πλοκή, της ιστορίας εμπλοκή
Αυτά τα χρόνια που χρεώθηκες να ζήσεις
Με ποια τραγούδια να σωθείς, με ποιους δικούς σου να βρεθείς
Και ποιάν αλήθεια τώρα πια να μαρτυρήσεις
Θα βρούμε αλλιώτικους ρυθμούς στου τραγουδιού μας τους γκρεμούς
Θα περπατήσουμε κι απόψε ακροβάτες
Μέσα από λόγια και λυγμούς, της εποχής μας τους χρησμούς
Θα ξεχωρίσουμε απ’ τις οφθαλμαπάτες
Στο ίδιο έργο θεατές, εσύ και εγώ τραγουδιστές
Φανατικοί της πιο φευγάτης εξουσίας
Οι ήχοι μας διαδηλωτές και τα στιχάκια εμπρηστές
Αυτό το έργο είναι παιχνίδι φαντασίας
Στο ίδιο πάντα σκηνικό και στης ψυχής τον πανικό
Απόψε πνίγομαι, χρειάζομαι αέρα
Θέλω ν’ αρχίσω από ‘δω, αλλιώς τα πράγματα να δω
Να πω στον κόσμο μια δική μου, μια δική μου «καλησπέρα»
Οι προφητικοί τούτοι στίχοι είναι του Αντώνη Ανδρικάκη
Το παρακάτω βίντεο είναι από ζωντανή ηχογράφηση στο «Αττικόν» το 1991
Τραγουδούν: Γιώργος Νταλάρας και Βασίλης Παπακωνσταντίνου»