Καθρέφτη μου

29062006(012)-001

Καθρέφτη μου, σ’ εσένα μιλάω, εσένα έχω μπροστά μου, άλλο κανένα.

Οι άνθρωποι, φίλοι, χάθηκαν. Χάθηκαν απ’ τη ζωή ή χάθηκε το νόημα που έβρισκαν σε μένα;

Με κοιτάς, σε κοιτώ, ένα πρόσωπο νεανικό προσπαθώ να θυμηθώ, ωραίο ποτέ, όμως πάντα εκφραστικό της στιγμής και μόνο. Σ’ αγνοούσα τότε κι έτρεχα, λαχάνιαζε το σώμα που μου είχε απομείνει –ανάπηρο απ’ την αρχή–, ήθελα να το εκμεταλλευτώ, να το χαρώ, ν’ αφεθώ στον αέρα, στη θάλασσα, στον αμερόληπτο έρωτα.

Τις φιλενάδες μου με τα τέλεια κορμιά που έλαμπαν στον ήλιο, δεν ζήλεψα ποτέ, δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι οι άνθρωποι μου είχαν στερήσει κάτι που μου ανήκε.

Και τώρα ήρθε της εξομολόγησης η ώρα.

29062006(012)-004

Μικρέ μου καθρέφτη, που τελευταία σ’ έχω συνέχεια μπροστά μου για να σε συνηθίσω: Σε μισώ. Θα με συγχωρέσεις; Μίσος τι θα πει δεν ήξερα. Αλλά τώρα, να, βλέπω το πρόσωπό μου κι εξαγριώνομαι ενάντια στη φύση. Μέσα μου βαθιά, βέβαια, ξέρω ότι ο εχθρός μου δεν είσαι εσύ, αλλά ο χρόνος. Ο χρόνος όμως παραμένει πάντα ασύλληπτος αφού τα αμαρτήματά του όλο αναβάλλονται κι αυτός διαφεντεύει ακόμη τη ζωή μου.

Καθρέφτη μου, θύμα είσαι κι εσύ του ανθρώπινου παραλογισμού.

Σ’ ευχαριστώ που μου παραστέκεσαι και μ’ αφήνεις να σε μισώ.  

KATEΡINA ΡOYK

Advertisements

Γύρισε εδώ το βλέμμα πάνω στην χορεύτρια

Που αλλάζει τόπο μ’ ένα λίκνισμα

Σφήκα ανέμου το κεντρί της σε πονά

Πατάει μέσα στις χώρες των ωραίων ονείρων σου

Έχει πνοή λεβάντας στην ανάσα – ο χορός της

Ένα θαλάσσης μίλημα

Με βότσαλα άπεφθα διαμάντια

Πατάει την γη κι ανέρχεται

Και μέσα στην ματιά σου έχει

Ένα της σάρκας δόξασμα

Μια υμνωδία αγγέλου…

ΠΗΓΗ

ΔΕ ΘΕΛΩ (να μην ξεχνώ…)

 

  (εικόνα)

 

Δεν περιμένω κανενός

 τη στενοχώρια και το φως 

 να με φωτίσει στον καιρό

τον δροσερό σαν το νερό…

 

σαν το νερό σε μια πηγή  

κάποιου βουνού που αιμορραγεί

συμπόνια στάχτη και δροσιά

πλάι σ’ ακίνητη  πρασιά.

 

Δε θέλω αγέρα απ’ τις κορφές

 ή θαλπωρή στις παρυφές

 κάποιας ανάγκης που καλεί

 στο τελευταίο το σκαλί…

 

του παραδείσου που ‘ταν χτες

κι είχε τις πόρτες ανοιχτές

για κάποιαν άλλη εποχή

που στη σκιά της με καλεί.

 

Δε θέλω γάργαρα νερά

υπόγεια είτε φανερά,

θέλω το φως που με χτυπά

 να με ζεσταίνει να πονά…

 

να με πονά, να με χτυπά,

να μην ξεχνώ, μες στη χαρά,

πως ύπνος είναι η ζωή

και όνειρο η προσμονή!

 

Μαρία Κ. 17/08/2010

‘κι αυτό θα περάσει’

seagulalone

 

Έλα κάθισε εδώ,  σ’ αυτή την ευθεία

σ’ αυτή τη γωνία

 της γραμματοσειράς και ηρέμησε.

Άναψε ένα τσιγάρο από το πακέτο

που γράφει ‘το κάπνισμα σκοτώνει’

πάρε μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου εικόνες στη σειρά…

τα μανεκέν της Victoria’s secret..

τις άνεργες καθαρίστριες

το λαγό στιφάδο

τους λύκους στην  Πίνδο

τον πατέρα σου να βγάζει τη ζώνη του

και που τώρα διαμένει

 σ’  ένα κουτί μπερδεμένα κόκκαλα…

Τη μητέρα σου που φορούσε

ένα γκρι ταγιέρ πηγαίνοντας Κυριακές στην εκκλησία.

 

Τράβα μια βαθιά ρουφηξιά

και σκέψου πόσο τυχερός είσαι

που δεν είσαι Σομαλός στη Σομαλία

Σύριος στη Συρία

που πήγες για πρωτοχρονιά στο Λονδίνο

που είδες τα όνομα  σου κάτω από ένα κείμενο

σε μεγάλη εφημερίδα σ’ ένα βιβλίο.

Βγάλε τον καημό σου στο τσιγάρο

Βγάλε το σκασμό που μπορείς ν’ ακούς casta diva.

 

Μη γίνεσαι μίζερος

έλα και κάθισε μέσα σ’ αυτό το ποίημα

ήρεμος κι ας σε διαπερνάει ένας αέρας

που λίγο σ’ ανατριχιάζει

αλλά που μπορείς να πεις ‘κι αυτό θα περάσει’

μέχρι να σβήσεις το τσιγάρο σου

μέσα σ’ αυτό το ποίημα που κάθισες….

 

 ΄Ελα και κάθισε σ΄ αυτό το ποίημα

του Ηλία Κουτσούκου

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ:  vnottas 

 

΄Υμνος στο θεό

Βαθιά στις σκοτεινές κοιλάδες πεθαίνουνε οι πεινασμένοι.

Αλλά εσύ τους δείχνεις το ψωμί, και τους αφήνεις να πεθαίνουν.

Εσύ έχεις θρονιαστεί αιώνιος κι αόρατος

κι αστράφτεις ανελέητος πάνω απ’ το αιώνιο Σχέδιό σου.

 

Άφησες να πεθάνουνε οι νέοι κι οι χαροκόποι

μα αυτούς που θελαν να πεθάνουν, δεν τους άφησες…

Πολλοί από κείνους που τώρα έχουν σαπίσει

πιστεύανε σε σένα, και πεθάναν γεμάτοι εμπιστοσύνη.

 

Άφησες τους φτωχούς φτωχοί να μείνουνε χρόνια και χρόνια

γιατί ήτανε οι πόθοι τους πιο όμορφοι απ’ τον Παράδεισό σου.

Πεθάνανε, αλίμονο, πριν δουν το φως σου

πεθάνανε μακάριοι, όμως – και σαπίσαν παρευθύς.

 

Λένε πολλοί πως δεν υπάρχεις και τόσο το καλύτερο.

Μα πως μπορεί να μην υπάρχει αυτό που μπορεί έτσι να ξεγελά;

Αφού τόσοι και τόσοι ζούνε από σένα και δεν μπορούν χωρίς

εσένα να πεθάνουν – πες μου, τι σημασία έχει – τ’ ότι δεν υπάρχεις;

  (Μπέρτολτ Μπρεχτ)

Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης

ΠΗΓΗ  και  ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Μάτι

 

Σε κοιτάζω που με κοιτάζεις, μάτι μου!
Ανέβηκες δεν ξέρω απο που
στην επιφάνεια του προσώπου μου
με το αγέρωχο βλέμμα των λιμνών
και την καθαρή εντολή των καθρεφτών
Με κοιτάζεις
λίγο πιο έκπληκτο απο το μάτι της τσίχλας ή απ’ το μάτι
        του φρύνου
που είναι γεμάτα μεταφυσικό τρόμο
και φλέγεσαι απο την παγερή φωτιά
των πρώτων λίθων
Ώ κύκλε μαγικέ, μάτι όλων των όντων!
Μάτι ηφαιστείου κατακόκκινο απο αίματα νοσηρά
μάτι αυτού του μαύρου λωτού
που αναδύθηκες απ’ τη γαλήνη του ονείρου
μάτι διαμάντι κομμένο σε τριάντα έξι έδρες
που ατενίζεις τις εκατό χιλιάδες στάσεις του θανάτου
το σύμπαν γυρίζει γύρω σου
μάτι πρισματικό που κυνηγάς τα μάτια των άστρων
και τα οδηγείς στην περιδίνησή σου
που παρασύρεις νεφελώματα ματιών στη μανία σου
και ροδώνες ματιών που είναι ακόμα σκεπασμένοι με βλέφαρα
       κοιμισμένα
δίχτυα ματιών απο την τρίσβαθη θάλασσα
Μάτι μαγνητικό όπου οι χειμώνες ξανασμίγουν υπνωτισμένοι
όπου τα νυχτοχελίδονα τελειώνουν το ταξίδι τους
όπου σβήνουν τσαμπιά φεγγαριών
μάτι του προσώπου μου
ώ παντοδύναμο
Σ’ αυτό το μάτι μέσα έρριξα
όλα μου τα ιερά λείψανα
το χρυσό ρολόϊ του παππού μου
και τους καρπερούς ήλιους των εγγονιών μου
τα πάντα είναι κλεισμένα σ’ αυτή την άβυσσο με τις χιλιόχρωμες
       ανταύγειες
άβυσσο μεγάλη ίσαμε ένα φουντούκι κρύσταλλο
ένα κρύσταλλο πολύ πιο αγνό απ’ την πηγή αυτού του πρωϊνού
μια αγνότητα, απόσταγμα
χιλιάδων αιώνων πετροκάρβουνο και νύχτας
και στο κέντρο της φτερουγίζει ακόμα
ο αρχέγονος σκαραβαίος!
Κατεβαίνω, κατεβαίνω τη σκάλα των συνθετικών ύπνων
προς τους κόσμους του αχάτη όπου αναπαύεται η μήτρα
ανάμεσα στις σάρκες του μαλαχίτη
απο σκαλί σε σκαλί συντρίβω
κρανία θεών και αυγά μέλλοντος
αναζητώντας την ημέρα
στο βυθό των καθρεφτών
 
 
 

Φωτογραφίες απο τη σειρά «your beautiful eyes» του Αρμένιου φωτογράφου και επιστήμονα  Suren Manvelyan
Η τεχνική λέγεται μακροφωτογραφία και δεν έχει γίνει καμία επεξεργασία με photoshop κλπ.

Πηγή και ευχαριστώ:  Το σύμπαν μου 

Επειδή σ’ αγαπΩ

 

Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.
Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.
Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο, έχουμε
τη δική μας μοίρα.
Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.
Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι, ντρέπομαι
για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα ‘μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ’ αρχίζαμε
απ’ το άλφα.
Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.
Επειδή είναι δύσκολο ν’ αγαπάς
και δυσκολότερο ν’ αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να ‘ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ’ όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.

(Μιχάλης Γκανάς,  Γυάλινα Γιάννενα, Καστανιώτης 1998)

ΠΗΓΗ