ΔΕ ΘΕΛΩ (να μην ξεχνώ…)

 

  (εικόνα)

 

Δεν περιμένω κανενός

 τη στενοχώρια και το φως 

 να με φωτίσει στον καιρό

τον δροσερό σαν το νερό…

 

σαν το νερό σε μια πηγή  

κάποιου βουνού που αιμορραγεί

συμπόνια στάχτη και δροσιά

πλάι σ’ ακίνητη  πρασιά.

 

Δε θέλω αγέρα απ’ τις κορφές

 ή θαλπωρή στις παρυφές

 κάποιας ανάγκης που καλεί

 στο τελευταίο το σκαλί…

 

του παραδείσου που ‘ταν χτες

κι είχε τις πόρτες ανοιχτές

για κάποιαν άλλη εποχή

που στη σκιά της με καλεί.

 

Δε θέλω γάργαρα νερά

υπόγεια είτε φανερά,

θέλω το φως που με χτυπά

 να με ζεσταίνει να πονά…

 

να με πονά, να με χτυπά,

να μην ξεχνώ, μες στη χαρά,

πως ύπνος είναι η ζωή

και όνειρο η προσμονή!

 

Μαρία Κ. 17/08/2010

Advertisements

Της φυγής ανήμερα…

        ….Φυσάει βοριάς, ποδοβολητό, τρέχουν οι σκέψεις, απόκοσμη βουή.
     Παλιές εικόνες περνάνε, μια τελευταία ματιά, πριν χαθούν στα βάραθρα της λήθης και της λησμονιάς.
   ΄Ενα μάτσο σταγόνες της βροχής συγχρονίζεται, πριν η ματιά χαθεί πίσω από τα βλέφαρα .
   Μια βρεγμένη άκρη -σφουγγισμένα δάκρυα στο μανίκι , λεκιάζει το παρόν.
   Ο ήχος του τσίγκου με το σκουριασμένο σύρμα γι τ΄απλωμένα ρούχα, το παλιό καντάρι και της λαϊκής το μακρύ κοντάρι, κάνουν συγχορδία . Μαζί με  το ταψί στον τοίχο, σαν γκρανκάσα,  συνθέτουν σονάτα για πιάνο σε »σι» ύφεση ελάσσονα – κανονικό πένθιμο εμβατήριο.

   Στο πάλαι ποτέ πατρικό σπίτι η ατμόσφαιρα είναι βαρειά, όπως και το σύννεφο που μαβιά στολίζει την στιγμή του αποχαιρετισμού.
   Μέσα στο σπίτι, στον χώρο που οι  εποχές άλλαζαν με το μπάσιμο- βγάλσιμο των μπουριών της σόμπας, επικρατεί παγωνιά.
   Σ΄έναν τοίχο, που μπροστά του άλλαξε πολλές φορές χρήση το δωμάτιο, δυο μακρυά καρφιά μένουν καρφωμένα, λες κι ο χρόνος περιστρέφεται γύρω τους κοροϊδευτικά..
   Το παλιό ραδιόφωνο στήριζαν και την ζωή γύρω του συγύριζαν, προσπαθώντας να σηκώσουν απ΄τις λάσπες το χαμόγελο, »αητό» να το πετάξουν, πάνω από τα χτήματα και τους χωματόδρομους..
   Οι σκέψεις πλέκονται , σαν το »μαλλί της γριάς » γύρω απ΄τα καρφιά, πιο γρήγορα από το γκρινιάρικο και θορυβώδες  ρολόϊ , που μοστράρεται στον  απέναντι τοίχο, …άλλωστε γιαυτό ο χρόνος είναι σχετικός κι επαναλαμβανόμενος…
   Σ΄αυτόν τον απέναντι  τοίχο , της ίδιας ηλικίας με τα καρφιά ,είναι  το  παλιό εικονοστάσι . Ευλογημένη γωνιά και προσκυνητάρι, που αμήχανα στέκει, παρατηρώντας όλα τριγύρω ν΄αλλάζουν, πράγματα και πρόσωπα. ΄Ισως ν΄ αναρωτιέται για ποια ζωή , ποιανού τάχα, να  υμνολογεί.
   Σ΄ένα σπίτι που κουβαριαζόταν η ζωή σου , αποκαμωμένη νιότη πίσω από την σόμπα, αφού είχες εξαντληθεί φτιάχνοντας ανάμεσα απ΄τις γραμμές του τετραδίου , βραγιές σπαρμένες όνειρα.
 Μπήκες πιτσιρίκι, μπαινοβγήκες δουλεύοντας, παίζοντας και κλαίγοντας, μέχρι που βγήκες έφηβος κυνηγημένος ή δραπέτης, ακόμη δεν ξέρεις.
΄Αφησες εκεί τις ρίζες σου, αγκαλιές και αναμνήσεις και κάθε που ξαναπήγαινες, αγάπη φρόντιζες να τις ποτίσεις.
   Και πέρασαν τα χρόνια, το σπίτι άλλαξε και ξαναάλλαξε, τα  οικεία πρόσωπα έφυγαν , καινούργια αφεντικά μπήκαν, το στίγμα τους αφήκαν .
   Στα μάτια μου το είδα το πατρικό το σπίτι να απομακρύνεται , να αποξενώνεται, να κλείνει την αγκαλιά με κλειδωνιά.
   Κληρονομιά άδεια μάτια, άδεια χέρια, άδεια αγκαλιά.
   Ψυχή που δεν στέριωσε, ξεριζωμένη αγριάδα, που πήρε τον δρόμο με βαριά καρδιά, χωρίς μυαλού  φτερά να την σηκώνουν, να την φιογκοδέσουν στο πρώτο σύννεφο, στο ταξίδι χωρίς επιστροφή.       Απόκληρος νοιώθεις, μιας αγάπης ξένος.
   Σαν το σκυλί τ΄αδέσποτο, πού΄χασε τον ντορό.

  ΄Υστατη φορά οι δυο καρφόπροκες στέκουν γυμνές , έτοιμες…΄Ισως να το περίμεναν…
     ΄Ισως η μοίρα να τις όρισε εκεί, στητές, αγέρωχες, συγγενικές, εγκάρδιες, σύμφυτες, τελευταίες…
   Να κρεμάσω τις αναμνήσεις, αγαπημένος και οιωνεί απών, ενώ το ρολόϊ απέναντι θα δείχνει , πως η ώρα είναι περασμένη, …αργά για δάκρυα.
   Χωρίς  γονιό και πατρικό σπίτι δεν υπάρχει παιδί.
   Δεν υπάρχει γειτονιά, χωριό κι ενορία.
   Στον κάδο για απόσυρση, μαζί με τα μαθητικά βιβλία και τετράδια, την σκισμένη  ζωγραφιά, το φυλαχτό, το σχισμένο παπούτσι, την μονοσάνταλη σαγιονάρα, το παιδικό πουκάμισο με τα συρίτια, την λερωμένη φωτογραφία από την εκδρομή της ΣΤ΄Γυμνασίου στην Κέρκυρα, την εφημερίδα με τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων, το απόκομμα με την αγγελία του γάμου, την πρόσκληση για τα βαφτίσια των παιδιών, το εγκόλπιο πρσευχητάρι.
   Πάνω πάνω το συντακτικό του Τζάρτζανου- δεν θυμάμαι , αν μέσα είχε κανόνα για να συνταχθούν τα φύρδην-μίγδην.


   
Καιρός ν΄ανάψει το καντηλάκι στα εικονίσματα, οι ευχές, που΄γιναν προσευχές, να μαζευτούν κατευόδιο στην οριστική φυγή να αναπέμψουν.
  Να θυμάμαι αυτό που ποτέ δεν θα ξαναείμαι.
   Ποτέ πια παιδί.
   Να κάνω μια γιορτή… ,
   … να ορίσω μια ημερομηνία…,
     …κάτι να θυμάμαι απ΄την  αδόκητη φυγή….
     … Σαν σήμερα….της φυγής μου ανήμερα……

 

η ζακέτα σου

 



Μου έδωσες την ζακέτα σου να πάω σπίτι. Δεν ήξερες όμως πως δεν την κρέμασα στην καρέκλα καθώς μπήκα. Με αυτήν την ζακέτα πλήρωσα τον λογαριασμό των τόσο καιρό χρεοκοπημένων μου αισθημάτων. Κοιμήθηκα χαϊδεύοντας την κι έχοντάς την στην αγκαλιά μου. Την έβαλα από την εξωτερική πλευρά του κρεβατιού σε περίπτωση που θα ήθελες να σηκωθείς ή να φύγεις. Έμπλεξα τα δάκτυλά μου στις μεγάλες τρύπες της πλέξης λες και ήταν τα μαλλιά σου. Ήταν η πρώτη νύχτα που δεν μου έλλειπες κι ω Θεέ, έλιωσα στην διαστροφή πως κοιμάμαι μαζί σου. Σε μια στιγμή τα χέρια μου γλίστρησαν ανάμεσα στα μανίκια της κι έψαξα να βρω το κινητό και να σου γράφω από εκεί όσα διαβάζεις. Όπως κάνεις εσύ. Αν έβλεπες την εικόνα θα σε αναγνώριζες.

Το πρωί ξύπνησα δίπλα σε ένα άγνωστο κορμί, το δικό μου. Τι έκανα Θεέ μου; Κοιμήθηκα με.. Όχι, ευτυχώς, όχι. Ήταν μόνο η ζακέτα μου. Άρα ποιο χέρι με αγκάλιαζε το βράδυ; Ποια ανάσα με νανούρισε; Ποιο χάδι υπνοβατούσε στην ραχοκοκαλιά μου;

Όταν ήρθες να πάρεις την ζακέτα σου είχα φύγει. Οι δυνάμεις μου δεν έφταναν να αντέξω κι άλλον αποχωρισμό. Όταν θα την φορέσεις ξανά ίσως νιώσεις το χάδι μου. Την έσφιγγα τόσο που κάτι θα έχει μείνει να σε αγκαλιάζει από μένα.


Δ.Π.Β.

Πώς μπορώ…

12

Πριν μερικα χρονια αν κοιμόσουν μπροστά στην τηλεόραση ξυπνούσες με τα ιστορικά «χιoνάκια» να χοροπηδάνε στην  οθόνη σου.

Τέλος προγράμματος.

Τώρα ξυπνάς με την οξυζεναρισμένη κυρία που ανά δέκα επτά διαφημίζει τη νέα λοσιόν που σε γλιτώνει από ην τριχόπωση και την άλλη λοσιόν που σε αδυνατίζει ενώ καταπίνεις τα εκλεράκια σαν τα στραγάλια.

Το πρόγραμμα  πλέον δεν τελειώνει, δεν σταματάει. Η ροή τοy συνεχίζεται αδιάλειπτη, σαν τη ροή του χρόνου.

Παγιδευμένη  σε αυτή τη συνεχή ροή, με την ίδια οξυζεναρισμένη κυρία του 2014, ξύπνησα και φέτος,  πρώτη πρώτου του 2015.

Σαν να μην άλλαξε τίποτε από το προηγούμενο έτος: Η ίδια πόλη, η ίδια ..για να μην πω και χειρότερη… διάθεση, ή ίδια θλίψη…

Πριν μερικά χρόνια έπεφτες να κοιμηθείς και ευχόσουν το απογοητευμένο σύμπαν που άφηνες πίσω, στο ξύπνημά σου να έχει μετατραπεί σε Παράδεισο που πάντα ονειρευόσουν. Και ναι μεν μπορεί να ξυπνούσες στο ίδιο απογοητευμένο σύμπαν …σε κάποια στροφή του δρόμου σου τύχαινε να ξεστραβωθεί η καλή σου τύχη για να σου πει καλημέρα…

Από δω και πέρα θα ξυπνάς στο ίδιο απογοητευμένο σύμπαν της νέας …και των νέων δεκαετιών που είναι σημαδεμένο για να αισθάνεσαι σαν τους έγκλειστους στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης…

Σκέφτομαι με τη νέα χρονιά να σταματήσω να κρατάω ημερολόγιο. Ποιός ο λόγος να καταγράφω τι είδα, τι σκέφτηκα, τι έγινε; Ποιόν ενδιαφέρουν; Ούτε καν εμένα από τη στιγμή που όλα επαναλαμβάνονται με την ίδια αδιάκοπη πλήξη και θλίψη. ΄Οπως με την ίδια πλήξη και θλίψη διαδέχεται ο ένας μήνας τον άλλο μήνα. ο ένας χρόνος τον άλλον χρόνο, ο ένας πόλεμος τον άλλον πόλεμο, ο ένας θάνατος τον άλλο θάνατο..

Το ημερολόγιο βεβαίως δεν το γράφεις για να μην ξεχνάς. Το γράφεις για να ξεσπάς. Αυτή είναι η αξία του. Είναι εργαλείο αυτοεκτόνωσης και όχι εργαλείο απολογισμού, Είναι εργαλείο ανάμνησης και ενίοτε… αυτοτιμωρίας. Στις σελίδες του αποθηκεύεις συναισθήματα  της στιγμής, που την άλλη στιγμή έχουν αλλάξει.

Ποιά η αξία συναισθημάτων τόσο ευμετάβλητων; Συναισθημάτων περαστικών; Γιατί να τα καταγράφω; Ποιά η αξία των αναμνήσεων; Γιατί να τους δίνω αξία, αφού τις περισσότερες φορές έρχονται στο μυαλό μου για να με πληγώσουν;

12α

Θέλω να καταργήσω τις αναμνήσεις. ΄Ερχονται όμως μόνες τους τέτοιες μέρες. Είναι εξωγενείς και ποταποί παράγοντες εκείνοι που με σπρώχνουν να θυμηθώ. Είναι τα φωτάκια, οι αστραφτεροί επώνυμοι που θυμούνται την καλύτερη Πρωτοχρονιά της ζωής τους, η πίεση που μας ασκείται από την τηλεόραση να γιορτάσουμε και να χαρούμε γιατί έτσι πρέπει, όλα αυτά τα γλυκά… Πηγαίνεις να αγοράσεις μια φρατζόλα ψωμί και βρίσκεσαι μπροστά σε ένα βουνό κουραμπιέδες. Θες δε θες θυμάσαι «η τάδε τους έκανε πιο μικρούς». Θες δε θες τους μυρίζεις και θυμάσαι «η τάδε χρησιμοποιούσε πιο μυρωδάτο βούτυρο, κερκύρας νομίζω» Ενδίδεις στην πωλήτρια  που λόγω ημερών έχει βάλει το ευγενικό της ύφος και δοκιμάζεις έναν. «Καμία σύγκριση με της τάδε». Γιατί τίποτε δεν συγκρίνεται με τους κουραμπιέδες της τάδε, με το παρελθόν που είναι πιο όμορφο, πιο ζεστό από το μέλλον.

Οι αναμνήσεις, οι απολογισμοί των γιορτινών ημερών μοιάζουν με βιασμούς της ψυχής. Γιατί σου τους επιβάλλουν. Σε υποχρεώνουν να τους ζήσεις. Με αφορμή τη δήθεν αλλαγή του χρόνου. Ποιός αλήτης την εφηύρε αυτή την αλλαγή του χρόνου; Αφού ο χρόνος δεν αλλάζει ποτέ. Μόνο κυλάει, καταπίνοντας κατά διαστήματα την τάδε ή τον δείνα, όλους τους αγαπημένους, δίνοντας μόνο σε σένα πίστωση. Ως την ημέρα που θα αποφασίσει ότι ήρθε η σειρά σου να σε καταπιεί. Και εσένα και εμένα, μου επιβάλλουν να γιορτάζω κάθε χρόνο αυτή τη θηριωδία: να γιορτάζω όλα εκείνα που έμειναν πίσω, όλες τις «απουσίες», όλες τις (δυσάρεστες τις περισσότερες φορές) εκπλήξεις που με περιμένουν. Αρνούμαι

Μπορεί να ξύπνησα στην πρώτη πρώτου του νέου έτους, αλλά μεγάλωσα πια, οπότε το γεγονός μου ακούγεται εντελώς αδιάφορο. Το δηλώνω εγγράφως.

Αν έχουμε 2015 στην Ελλάδα και όπου αλλού μετράνε έτσι τη ζωή δεν μου λέει απολύτως τίποτε. Το ότι ελπίζω από δω και μπρος τα πράγματα να είναι καλύτερα είναι δεδομένο.  Το ότι δεν θα είναι καλύτερα είναι επίσης δεδομένο.

Μπορώ να έχω ό,τι ζητήσω και να μην πληρώσω για τίποτε;

Να μου αναγνωριστούν όλα τα λάθη ακόμη και μετά την απομάκρυνσή μου από το ταμείο; Να ξαναβρώ εκείνους τους μυρωδάτους κουραμπιέδες; Όχι;…

Μπορώ όμως και να μην ελπίζω;

(ελαφρά διασκευή από δημοσίευμα του 2005)

Ανώνυμη πορεία…

 

92451a1308a0753c82c703814ae42be6.jpg

Σφραγίζω του φεγγαριού τη πλέξη πάνω στους τοίχους…

Σκαλώνουν οι λέξεις σ’ απρόσμενες γωνιές σκόνης

δίχως να συναντιούνται ποτέ με τις σκέψεις μου…

Κάποιες που νανουρίζουν τις λύπες

σ’ ένα οικείο δρομολόγιο, μετράνε αποστάσεις…

Σημαδεύουν νοερές χαρακιές πάνω σε ράγες αναμονής

μιας άφιξης, μιας αναχώρησης του τρένου που χωράει τη φυγή μου…

Φωτίζει το φεγγάρι φτερουγίσματα γραμμάτων

στο αλφαβητάρι των απίθανων αποχρώσεων του μυαλού…

Κι αυτές οι λέξεις…. πως να σμίξουν μ’ όσα ζωσμένη είναι η ψυχή….

πως να ντυθούν στιγμές που μουρμουρίζουν στον άνεμο….

 

Πηγή και ευχαριστώ:  *Αναστασία* 

 

Tο μυστικό σου

Interplanetory_Confrontation_by_AnnaKirsten

– Γερνάμε, δεν μπορούμε να το αποφύγουμε,  τι είμαστε;

 

– Ένα φως μέσα στην άβυσσο του σύμπαντος,

 

…μικροί, καθημερινοί αναστεναγμοί ανάμεσα σε τσιγάρα,

που τα άστρα πίνουν ανέμελα, στα πάρκα του ουρανού.

 

Ένα χαμόγελο της Ανδρομέδας που ερωτεύτηκε τον παιχνιδιάρη Κρόνο…

 

– Τι σκατά είμαστε σε ξαναρώτησα.

 

– Ένα μεγάλο μυστικό είμαστε, είπες

ενός κόσμου που χάνεται στους πίνακες των χρηματιστηρίων,…

 

… ένα μυστικό χωρίς πατρίδα, χωρίς δεσμά,

δυο παιδιών

που ερωτεύτηκαν το δρόμο.

 

Ένα μυστικό δύο σωμάτων, που ιδρωμένα πλέκουν τις ρίζες τους

στα μαλλιά μίας αυγουστιάτικης νύχτας,

στα απέραντα μελαγχολικά μάτια του ουρανού.

 

Χαμογέλασα, έσκυψα στην αγκαλιά σου, φίλησα τη σκιά,

 που το φεγγάρι έριχνε στο παράθυρο του δωματίου.

Δεν υπάρχεις παρά μόνο στα όνειρα μου…

 

– Ε και; είπες

 

Από όνειρα φτιάχνονται παραμύθια, κι από παραμύθια οι Άνθρωποι…

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!

Τo τελευταίο βράδυ του…

(εικόνα)  

Τελευταία μέρα του χρόνου. Τελευταία βραδιά του 2013. Τελευταίες ώρες του έτους. Μήπως είναι απλά μια ιδέα το τέλος του χρόνου; Ίσως ναι, ίσως όχι.

Θα είναι η τελευταία για όσα αφήνουμε πίσω μας.

Θα είναι ένα από τα πολλά εικοσιτετράωρα για όσα αφήσουμε να συνεχιστούνε.

Ίσως να είναι και τα πρώτα λεπτά κάποιας νέας κατάστασης, μιας δύναμης καινούριας, που μόλις ανακαλύψαμε ότι κατέχουμε.

 

Στους διάφορους δακτυλίους της ζωής μας, υπάρχουνε αμέτρητες τομές. Κάποιες τις βιώνουμε, γνωρίζουμε ότι υπάρχουνε και προετοιμαζόμαστε ανάλογα. Κάποιες έρχονται απρόσμενα, κι εμείς ξαφνιασμένοι, βρισκόμαστε ακαριαία σε άλλο δακτύλιο από αυτόν, που βαδίζαμε νωρίτερα. Θέλοντας και μη.

 

Μπορούμε να προσαρμοστούμε, και να χορέψουμε σε αυτόν τον δακτύλιο όπως εμείς θέλουμε! Κανένας δεν μας εξαναγκάζει για το αντίθετο. Αν θέλουμε, τον περνάμε με πατίνια σκι ή με ρόδες. Τρέχουμε με γυμνά πόδια, ή παίρνουμε το πρώτο αεροπλάνο για την επόμενη τομή. Την οποία διαλέξαμε. Την οποία μπορεί και τελικά να μην φτάσουμε ποτέ, γιατί ο δακτύλιός μας, πρόλαβε να ενωθεί με έναν άλλο. Χωρίς να ρωτηθούμε…Και πάλι από την αρχή!

 626693

Δεν έχει τελικά σημασία, σε ποιον δακτύλιο βρισκόμαστε ή πόσες τομές προσπεράσαμε. Εξάλλου, οι δακτύλιοι ενώνονται όλοι μεταξύ τους, και κάποτε, μπορεί να βρεθούμε εκεί που θέλαμε να φτάσουμε σήμερα, μα δεν έτυχε.

 

Σημασία έχει πως θα πάμε από το ένα σημείο στο άλλο. Πως θα καλλιεργήσουμε τα θέλω μας, πως θα δαμάσουμε τα ένστικτα. Να γινόμαστε ευτυχέστεροι, να γνωρίζουμε ανθρώπους που μας ομορφαίνουν με το φως τους, να χαρίζουμε το δικό μας φως σε όποιους το έχουνε ανάγκη. Να μεγαλώνουμε, και να μην περνά μια σκιά από την ψυχή ή το μυαλό μας. Ή αν περάσουνε κάποιες, να εξατμιστούνε πριν μας γίνουνε σύντροφοι.

 

Την αγάπη μου, τις ευχές μου για ένα δακτύλιο όπως τον θέλετε! Αν δεν είναι έτσι, μπορεί να διαμορφωθεί ανάλογα, όσο καλύτερα μπορούμε!

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ