Αδίστακτα απογεύματα

Bruno Barbey
Καταψηφίζαμε τον ήλιο.
Ασταμάτητα.
Ώσπου έδυε απ’ το θρόνο του.
Φορούσαμε τ’ αδίστακτα
απογευματινά χαμόγελά μας,
ρυθμίζοντας τους χτύπους της καρδιάς
στο αυτονόητο.

Ανοιγοκλείναμε τα καλοκαιρινά μας μάτια
με ένταση πρωτόγονη,
προσβάλλοντας βάναυσα
τη σιωπή των ενηλίκων.
Είχαμε όλοι γεννηθεί απόγευμα,
έξω από ένα ψυγείο με ΑΣΤΥ παγωτά.
Οι ανάσες μας, μύριζαν γρανίτα λεμονιού.
Στα γόνατά μας ξεχειμώνιαζαν
οι πιο αστείοι μώλωπες.
Ζούσαμε ο ένας τη συνέπεια του άλλου,
με αφοπλιστική συνέχεια.

Ήμασταν όλοι Ενεστώτες.

Το τρένο

train'

Μπαίνεις στο τρένο, λες θα κατεβείς

στον τελευταίο σταθμό, εκεί

που θα ‘χεις ως την άκρη του εξαντλήσει

το δρόμο, θα ‘χεις δει τα πάντα, θα ‘χεις ζήσει

αυτό το υπέροχο, μοναδικό ταξίδι

που η τύχη σου έτσι γενναιόδωρη

βουλήθηκε, τυφλή, να σου χαρίσει, όμως κάτι

 

κάτι συμβαίνει εκεί, στον ενδιάμεσο σταθμό

και κατεβαίνεις, άσκοπα

σε δρόμους ασαφείς περιπλανιέσαι, χάνεσαι

σ’ ερημιές ατέλειωτες, μόνο θυμάσαι

 

θυμάσαι ακόμα το ταξίδι που παράτησες

τον τελευταίο σταθμό που δε θα φτάσεις

ποτέ σου δεν θα δεις, πόσα έχεις χάσει, μόνη

παρηγοριά σου τώρα μια υποψία

φαίνεται αυτο το τρένο πως δεν έχει

δεν έχει τελευταίο σταθμό, κανείς δε φτάνει

εκεί, τυχαία

ο κάθε ταξιδιώτης ανεβαίνει, κατεβαίνει

δεν έχει το ταξίδι αυτό λογαριασμό

 

δικές σου ματαιότητες, δικές σου

πλάνες οι ενθουσιασμοί, τα σχέδια, μα ωστόσο

πώς ν’ αντισταθείς, σε πνίγουν τα ερωτήματα,

     ποιος ήταν

ο ενδιάμεσος σταθμός, γιατί κατέβηκες, πού πας

ποιος σ’ έριξε σ’ αυτές τις ερημιές

πώς έμπλεξες σ’ αυτό το τρένο που δεν έχει

απάντηση καμιά, μόνο ερωτήματα

μόνο ερωτήματα και δρόμο χωρίς άκρη
χωρίς τέλος.

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

΄Υμνος στο θεό

Βαθιά στις σκοτεινές κοιλάδες πεθαίνουνε οι πεινασμένοι.

Αλλά εσύ τους δείχνεις το ψωμί, και τους αφήνεις να πεθαίνουν.

Εσύ έχεις θρονιαστεί αιώνιος κι αόρατος

κι αστράφτεις ανελέητος πάνω απ’ το αιώνιο Σχέδιό σου.

 

Άφησες να πεθάνουνε οι νέοι κι οι χαροκόποι

μα αυτούς που θελαν να πεθάνουν, δεν τους άφησες…

Πολλοί από κείνους που τώρα έχουν σαπίσει

πιστεύανε σε σένα, και πεθάναν γεμάτοι εμπιστοσύνη.

 

Άφησες τους φτωχούς φτωχοί να μείνουνε χρόνια και χρόνια

γιατί ήτανε οι πόθοι τους πιο όμορφοι απ’ τον Παράδεισό σου.

Πεθάνανε, αλίμονο, πριν δουν το φως σου

πεθάνανε μακάριοι, όμως – και σαπίσαν παρευθύς.

 

Λένε πολλοί πως δεν υπάρχεις και τόσο το καλύτερο.

Μα πως μπορεί να μην υπάρχει αυτό που μπορεί έτσι να ξεγελά;

Αφού τόσοι και τόσοι ζούνε από σένα και δεν μπορούν χωρίς

εσένα να πεθάνουν – πες μου, τι σημασία έχει – τ’ ότι δεν υπάρχεις;

  (Μπέρτολτ Μπρεχτ)

Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης

ΠΗΓΗ  και  ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Φθινοπωρινό αμάρτημα

Είναι μεγάλη ευθύνη το φθινόπωρο. Σκέψου καλά προτού τις γκρίζες του αγκύλες ξεκλειδώσεις. Ζύγισε την ανάσα σου στο σούρουπο την καλοκαιρινή σου σάρκα πριν κρεμάσεις.

Κλείσε τ’ αυτιά σου στο τραγούδι της βροχής κι άνοιξε βήμα σε εποχικά διλλήματα…

Θα  ‘χεις κουράγιο να απλώνεις λευκά σύννεφα στην ανελέητη μουτζούρα της Δευτέρας; Τον ήλιο ν’ αγνοήσεις απροκάλυπτα τα κίτρινα κορδόνια του αν τείνει να του λύσεις; 

Αν έχεις απαντήσεις στα διλλήματα, μια βρόχινη αλήθεια να θυμάσαι.

Του φθινοπώρου είναι ασυγχώρητο αμάρτημα η ανοιχτή ομπρέλα του διαβάτη…

Πηγή και ευχαριστώ:  στεριανή ζάλη

Poe ‘Hello»

΄Αλλοι τρόποι, τόποι κι’ εποχές….

«Θυμάμαι Πασχαλιές που τ’ άρωμα χαμομηλιού, κρυμμένο κάτω απ’ το σασί του απέραντου τετράτροχου, ρόλο μαθητευόμενου φυτού κρατούσε.

Ποίηση που άνθιζε βαθιά στα μάτια της νεράιδας γιαγιάς. Ανεμελιά που άκμαζε στην άδετη ποδιά της…

Χιόνια απ’ αλεύρι ακοσκίνιστο στην  πήλινη λεκάνη. Νιφάδες από εθιστικό γλυκάνισο στα σωθικά της ζυμαρένιας μπάλας. Περίτεχνες κοτσίδες κοριτσιών σε μελαμψά τσουρέκια δανεισμένες. Αυγά σωσμένα απ’ τη μπογιά, με ξύλινη κουτάλα.

Ανθρώπους ακατέργαστους που ‘ξεραν χίλιους τρόπους ν’ αγαπούν. Λιβάνι που έφερνε φτέρνισμα στις παπαρούνες του γαλάζιου βάζου. Κεριά που δάκρυζαν στη φλόγα της Ανάστασης.

Θυμάμαι Απρίληδες που χώραγαν στη μύτη της βελόνας…»

ΚΑΛΗ ΣΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΗ  Στεριανή  Ζάλη  μου


Σκέφτηκα να σ’ ερωτευτώ…


…να διεισδύσω στον πρόσθιο θάλαμο του αριστερού ματιού σου απ’ την αφύλακτη βαμμένη βλεφαρίδα. Στο ύψος της ίριδος να σταθώ. Να δω τον κόσμο καστανό. 
 

Να ζουλιχτώ ανάμεσα απ’ το λεπτοκαμωμένο δείκτη και τον ακριβοστολισμένο μέσο. Προκλητικά υγιής, με όχημα το λευκό φιλτραρισμένο τσιγαρόχαρτο, να μπω βαθιά στα σωθικά σου.  

Πυρακτωμένο άρωμα να εισπνεύσω από τα μισάνοιχτα κουμπιά της φθινοπωρινής ζακέτας. Με βήχα διαμπερή να πεταχτώ απ’ τα σκασμένα χείλη κι αναίσθητος να πέσω στο όνομά σου.  

Σκέφτηκα να σ’ ερωτευτώ με λεπτομέρεια γυμνού δευτερολέπτου, μα το μετάνιωσα.  Ίσως να το σκεφτώ ξανά του χρόνου τέτοια μέρα… 

Φωτογραφία: Flickr.com 
 
Πηγή: στεριανή ζάλη