Πώς μπορώ…

12

Πριν μερικα χρονια αν κοιμόσουν μπροστά στην τηλεόραση ξυπνούσες με τα ιστορικά «χιoνάκια» να χοροπηδάνε στην  οθόνη σου.

Τέλος προγράμματος.

Τώρα ξυπνάς με την οξυζεναρισμένη κυρία που ανά δέκα επτά διαφημίζει τη νέα λοσιόν που σε γλιτώνει από ην τριχόπωση και την άλλη λοσιόν που σε αδυνατίζει ενώ καταπίνεις τα εκλεράκια σαν τα στραγάλια.

Το πρόγραμμα  πλέον δεν τελειώνει, δεν σταματάει. Η ροή τοy συνεχίζεται αδιάλειπτη, σαν τη ροή του χρόνου.

Παγιδευμένη  σε αυτή τη συνεχή ροή, με την ίδια οξυζεναρισμένη κυρία του 2014, ξύπνησα και φέτος,  πρώτη πρώτου του 2015.

Σαν να μην άλλαξε τίποτε από το προηγούμενο έτος: Η ίδια πόλη, η ίδια ..για να μην πω και χειρότερη… διάθεση, ή ίδια θλίψη…

Πριν μερικά χρόνια έπεφτες να κοιμηθείς και ευχόσουν το απογοητευμένο σύμπαν που άφηνες πίσω, στο ξύπνημά σου να έχει μετατραπεί σε Παράδεισο που πάντα ονειρευόσουν. Και ναι μεν μπορεί να ξυπνούσες στο ίδιο απογοητευμένο σύμπαν …σε κάποια στροφή του δρόμου σου τύχαινε να ξεστραβωθεί η καλή σου τύχη για να σου πει καλημέρα…

Από δω και πέρα θα ξυπνάς στο ίδιο απογοητευμένο σύμπαν της νέας …και των νέων δεκαετιών που είναι σημαδεμένο για να αισθάνεσαι σαν τους έγκλειστους στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης…

Σκέφτομαι με τη νέα χρονιά να σταματήσω να κρατάω ημερολόγιο. Ποιός ο λόγος να καταγράφω τι είδα, τι σκέφτηκα, τι έγινε; Ποιόν ενδιαφέρουν; Ούτε καν εμένα από τη στιγμή που όλα επαναλαμβάνονται με την ίδια αδιάκοπη πλήξη και θλίψη. ΄Οπως με την ίδια πλήξη και θλίψη διαδέχεται ο ένας μήνας τον άλλο μήνα. ο ένας χρόνος τον άλλον χρόνο, ο ένας πόλεμος τον άλλον πόλεμο, ο ένας θάνατος τον άλλο θάνατο..

Το ημερολόγιο βεβαίως δεν το γράφεις για να μην ξεχνάς. Το γράφεις για να ξεσπάς. Αυτή είναι η αξία του. Είναι εργαλείο αυτοεκτόνωσης και όχι εργαλείο απολογισμού, Είναι εργαλείο ανάμνησης και ενίοτε… αυτοτιμωρίας. Στις σελίδες του αποθηκεύεις συναισθήματα  της στιγμής, που την άλλη στιγμή έχουν αλλάξει.

Ποιά η αξία συναισθημάτων τόσο ευμετάβλητων; Συναισθημάτων περαστικών; Γιατί να τα καταγράφω; Ποιά η αξία των αναμνήσεων; Γιατί να τους δίνω αξία, αφού τις περισσότερες φορές έρχονται στο μυαλό μου για να με πληγώσουν;

12α

Θέλω να καταργήσω τις αναμνήσεις. ΄Ερχονται όμως μόνες τους τέτοιες μέρες. Είναι εξωγενείς και ποταποί παράγοντες εκείνοι που με σπρώχνουν να θυμηθώ. Είναι τα φωτάκια, οι αστραφτεροί επώνυμοι που θυμούνται την καλύτερη Πρωτοχρονιά της ζωής τους, η πίεση που μας ασκείται από την τηλεόραση να γιορτάσουμε και να χαρούμε γιατί έτσι πρέπει, όλα αυτά τα γλυκά… Πηγαίνεις να αγοράσεις μια φρατζόλα ψωμί και βρίσκεσαι μπροστά σε ένα βουνό κουραμπιέδες. Θες δε θες θυμάσαι «η τάδε τους έκανε πιο μικρούς». Θες δε θες τους μυρίζεις και θυμάσαι «η τάδε χρησιμοποιούσε πιο μυρωδάτο βούτυρο, κερκύρας νομίζω» Ενδίδεις στην πωλήτρια  που λόγω ημερών έχει βάλει το ευγενικό της ύφος και δοκιμάζεις έναν. «Καμία σύγκριση με της τάδε». Γιατί τίποτε δεν συγκρίνεται με τους κουραμπιέδες της τάδε, με το παρελθόν που είναι πιο όμορφο, πιο ζεστό από το μέλλον.

Οι αναμνήσεις, οι απολογισμοί των γιορτινών ημερών μοιάζουν με βιασμούς της ψυχής. Γιατί σου τους επιβάλλουν. Σε υποχρεώνουν να τους ζήσεις. Με αφορμή τη δήθεν αλλαγή του χρόνου. Ποιός αλήτης την εφηύρε αυτή την αλλαγή του χρόνου; Αφού ο χρόνος δεν αλλάζει ποτέ. Μόνο κυλάει, καταπίνοντας κατά διαστήματα την τάδε ή τον δείνα, όλους τους αγαπημένους, δίνοντας μόνο σε σένα πίστωση. Ως την ημέρα που θα αποφασίσει ότι ήρθε η σειρά σου να σε καταπιεί. Και εσένα και εμένα, μου επιβάλλουν να γιορτάζω κάθε χρόνο αυτή τη θηριωδία: να γιορτάζω όλα εκείνα που έμειναν πίσω, όλες τις «απουσίες», όλες τις (δυσάρεστες τις περισσότερες φορές) εκπλήξεις που με περιμένουν. Αρνούμαι

Μπορεί να ξύπνησα στην πρώτη πρώτου του νέου έτους, αλλά μεγάλωσα πια, οπότε το γεγονός μου ακούγεται εντελώς αδιάφορο. Το δηλώνω εγγράφως.

Αν έχουμε 2015 στην Ελλάδα και όπου αλλού μετράνε έτσι τη ζωή δεν μου λέει απολύτως τίποτε. Το ότι ελπίζω από δω και μπρος τα πράγματα να είναι καλύτερα είναι δεδομένο.  Το ότι δεν θα είναι καλύτερα είναι επίσης δεδομένο.

Μπορώ να έχω ό,τι ζητήσω και να μην πληρώσω για τίποτε;

Να μου αναγνωριστούν όλα τα λάθη ακόμη και μετά την απομάκρυνσή μου από το ταμείο; Να ξαναβρώ εκείνους τους μυρωδάτους κουραμπιέδες; Όχι;…

Μπορώ όμως και να μην ελπίζω;

(ελαφρά διασκευή από δημοσίευμα του 2005)

Advertisements

Oι Ώρες

 

daktylios

(εικόνα)

γλιστρούν οι Ώρες,
σέρνονται με τα γερασμένα τους στομάχια, πάνω σε θορυβώδη πατώματα, σε ιδρωμένα δέρματα, σε ρημαγμένα αποτσίγαρα.
Κυκλώνουν τις ανάσες μας, το αγχωμένο σου περπάτημα, το κουρασμένο μου σύμπαν.
Γίνονται η άμμος που γδύνει την κλεψύδρα κι όταν σταματήσει το μέτρημα, αποτραβιούνται νωχελικά, για να βρουν άλλα κουφάρια.

Περιοδεύουν στους ίσκιους και στις μεσοτοιχίες, στα άδεια μπαλκόνια και στα πνιγμένα αναφιλητά, στα γάργαρα τηλεφωνήματα και στις ανάπαυλες αμηχανίας.

τα δευτερόλεπτα που μετρούν στα μάτια σου, αυτή τη στιγμή που διαβάζεις, είναι οι ανίεροι λαθρεπιβάτες που σου κλέβουν αυτό το “λίγο ακόμα” που κάποτε θα ζητήσεις ως πίστωση για όσα δεν πρόλαβες.

τα δευτερόλεπτα που μετρούν στα δάκτυλα μου, αυτή τη στιγμή που σου γράφω, είναι οι μοιραίες ερωμένες που διάλεξα να γεννήσουν τα μπάσταρδα παιδιά της μοναξιάς μου.

ΠΗΓΗ και  ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Αναζητώντας το χρόνο…

Παραμονή Πρωτοχρονιάς, απόγευμα ήταν και ανεβαίναμε κατά το βουνό. Τα χιόνια που είχαν πέσει τις προηγούμενες ημέρες, είχαν λιώσει – το κρύο όμως είχε δύναμη και απαιτούσε καλή ενδυμασία.


Οι λούτσες στον κακοτράχαλο δρόμο είχαν βαθύνει, από παντού έτρεχαν νερά. Αργά, δίχως βιασύνες, κατευθυνόμασταν για το μέρος που είχαμε επιλέξει για να δούμε τον καινούριο χρόνο. Φτάσαμε στον στέρεο τόπο και σταματήσαμε. Αρχίσαμε να ξεφορτώνουμε τη σκηνή, τα σκεύη, τον διπλό υπνόσακο, όλα όσα είχαμε μαζί μας για την διανυκτέρευση στο βουνό.


Μας πήρε χρόνο να τακτοποιήσουμε το κονάκι μας. Θέλαμε και προαύλιο χώρο – τον φτιάξαμε, θέλαμε και καλή θέα – την επιλέξαμε, ψάξαμε στην περιοχή και «απαλλοτριώσαμε» δύο πλάκες για την καθισιά μας. Ετοιμάσαμε και την εστία μας – και την γεμίσαμε με ξύλα – ο χώρος μας είχε άφθονα. Στα δεξιά μας – λίγα μέτρα από «το σπίτι μας» η πηγή έβγαζε γάργαρο νεράκι, ήμασταν πλούσιοι.


Σουρούπωνε όταν βάλαμε φωτιά στα ξύλα – η δική μας φωτιά είχε ανάψει λίγες ημέρες νωρίτερα, όταν γνωριστήκαμε με την «αρχόντισσα» στον διάδρομο ενός βιβλιοπωλείου. Εκείνη έψαχνε στα λογοτεχνικά βιβλία και κατέληξε στην «Χίμαιρα» του Καραγάτση. Εγώ κοιτούσα στα ιστορικά – μου αρέσει η ιστορία. Πιάσαμε κουβέντα: «ο Καραγάτσης με την Χίμαιρα μου έμαθε τη Σύρα» της είπα, με κοίταξε και «έπεσα βαθιά λαβωμένος από τα βέλη της.


Με αιφνιδίασε όταν της πρότεινα να περάσουμε την νέα χρονιά στο βουνό, μόνοι μας μακριά από τα συνηθισμένα και πολύβουα, και άκουσα ένα απλό «ναι». Κάπως έτσι φτάσαμε στη φωτιά που έκαιγε μπροστά μας και φώτιζε το αγγελικό της πρόσωπο. Ομορφιά….


Το κρύο δυνάμωνε όσο πλησίαζε η αλλαγή του χρόνου. Το τσουκάλι στη φωτιά είχε τη σούπα που θα τρώγαμε – δικιάς της κατασκευής. Πεντανόστιμη, μας έδωσε δυνάμεις και αντοχές. Το τσάι του βουνού μετά με την μαύρη σταφίδα συνόδεψε την κουβέντα μας. Το τσάι το μαζεύει η μάνα μου από το χωριό, δικής μας παραγωγής ! – άφθονο στα ελληνικά βουνά. Όπως και το θυμάρι – όπως και την ρίγανη την ξερική.


Εκεί που σωπαίναμε, άρχιζαν τις φλυαρίες, τα δικά τους λόγια, οι βελανιδιές. Ακουμπούσε η μία την άλλη σε μία σχέση αγάπης; Έρωτα; Αδελφοσύνης; Ποιος να ξέρει. Τις ακούγαμε όμως καλά. Όπως και το νερό που κυλούσε δίπλα μας και έδινε ζωή στο διάβα του.


«Πλησιάζουν μεσάνυκτα» της είπα. Σηκώθηκε σαν ελατήριο και μπήκε στη σκηνή. Βγήκε έπειτα από λίγο κρατώντας δύο κρυστάλλινα ποτήρια και μία σαμπάνια !. Με ξάφνιασε αλλά δεν είπα τίποτα, χαμογέλασα μονάχα κοιτάζοντας την.


Δυνάμωσα τη φωτιά και άρχισα την αντίστροφη μέτρηση – 5, 4, 3, 2, 1, 0 – φιληθήκαμε, και κράτησε ώρα πολύ το φιλί αυτό. Άνοιξα τη σαμπάνια και ο αφρός της έπνιξε τα χείλη μας. Κοιτάξαμε στη γειτονιά μας τις βελανιδιές, τις πέτρες, τα βράχια, το νερό που κυλούσε, όλα ήσαν όπως και πριν. Καμιά γιορτή, κοιταχτήκαμε στα μάτια, και αγκαλιαστήκαμε ξανά και ξανά.

«Δεν υπάρχει Πρωτοχρονιά» της είπα. Εμείς την δημιουργήσαμε γιατί την είχαμε ανάγκη. Κάπως έτσι φτιάξαμε και τις θρησκείες, και τα πολιτικά συστήματα. Οργανωθήκαμε σε μικροκοινωνίες, και ξεχάσαμε την καταγωγή μας. Από τον φόβο μας για τον θάνατο. Γέλασε. Και Μαζί της σαν να γέλασαν και οι βελανιδιές, σαν να ακούστηκαν φωνές από το δάσος που συμφωνούσαν μαζί της, καταλάβαιναν το γέλιο της που αντήχησε δυνατότερο από τα ψεύτικα πυροτεχνήματα της πόλης.


Χωθήκαμε στο κονάκι μας για να δυναμώσουμε τη φωτιά που από ώρα μας είχε κυκλώσει. Τότε ήταν που άρχισε έξω ο αγέρας να λυσσομανά και η βροχή να χτυπά αλύπητα την καλοφτιαγμένη σκηνή μας. Ήμασταν ευτυχισμένοι.


Είχε γεμίσει η μέρα και κατεβαίνοντας για τον «πολιτισμό» απαντήσαμε μερικούς πουλάδες, μας κοιτούσαν ξαφνιασμένοι, μας ευχήθηκαν «χρόνια πολλά» και μας προσπέρασαν γρήγορα. Φτάσαμε στον κεντρικό δρόμο για την επιστροφή στη πόλη.


Ο δρόμος ήταν ακόμα άδειος, δικός μας, όπως και όλος ο κόσμος. Τα έλατα στα πλευρά του δρόμου είχαν αντικαταστήσει τις χθεσινές αλαφροΐσκιωτες βελανιδιές. Κοιταζόμασταν σιωπηλοί, η μουσική της καρδιάς έπαιζε στους δικούς ρυθμούς. Μου έπιασε το χέρι σφικτά. Έτσι φτάσαμε στη πόλη.


Δεν υπάρχει νέος χρόνος, ούτε παλιός υπάρχει. Αληθινή είναι μόνο η ματιά, το σκίρτημα της καρδιάς, η αιώνια ζωή.»

 Αν όμως διαφωνείτε, τότε… 

Photobucket\


Καλή σας Χρονιά!!!




=============================


To εντός εισαγωγικών κείμενο  δημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό «Κυνήγι» του Ελεύθερου Τύπου την Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011.


Aυτός είναι ο «νόμος»…


Οι μόνες και μοναδικές αντικειμενικές αλήθειες στη ζωή μας είναι δύο: η γέννηση και ο θάνατος. Ερχόμαστε, άγνωστον από πού, ταξιδεύουμε μέσα στον χρόνο, άγνωστο γιατί και κάποια στιγμή φεύγουμε πάλι, άγνωστο γιατί και για πού.

Ένα ταξίδι λοιπόν η ζωή μας μέσα στο χρόνο.

Μας παρηγορεί να λέμε πως περνάει ο χρόνος, μόνο που εμείς είμαστε εκείνοι που φεύγουμε. Ο χρόνος είναι πάντα εδώ για να υποδεχθεί όσους θα συνεχίσουν να έρχονται.

Ένα ταξίδι λοιπόν η ζωή μας.

Ένα ταξίδι, πάνω στο οποίο γραπωνόμαστε, γεμίζοντάς το με χιλιάδες πράγματα και καταστάσεις που δεν είναι τίποτα άλλο από ψευδαισθήσεις, ψευδαισθήσεις, που ο φόβος του «τέρματος» τις κάνει να μοιάζουν πραγματικότητα.

Πρωτόγονος, αταβιστικός ο φόβος του Θανάτου.

Για να τον εξορκίσουμε ζούμε, κινούμαστε, σκεφτόμαστε, προγραμματίζουμε, δρούμε, θεωρώντας ότι δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ιδέα. Μετατρέπουμε τη δεύτερη αντικειμενική πραγματικότητα σε ψευδαίσθηση και την ψευδαίσθηση την κάνουμε πραγματικότητα.

Έτσι ,θεωρούμε τα πάντα δεδομένα. Και σαν δεδομένα μπορούμε να τα αγνοούμε, να τα ξεχνάμε και φορές να τα αντιπαρερχόμαστε, χωρίς να τα βλέπουμε.

Έβλεπα ένα ντοκυμαντέρ στην τηλεόραση για κάποια καταστροφή και άκουσα κάποιον διασώστη, που παρ’ ολίγο να πνιγεί, να λέει:

«την ώρα που ένοιωθα πως θα πέθαινα, ένοιωσα τόση λύπη για όσα ήθελα να πω στη γυναίκα μου και στα παιδιά μου, την αγάπη μου, τη λαχτάρα μου γι αυτούς και δεν τα είχα πει. Σήμερα όμως για μένα η ζωή μετράει διαφορετικά».

Θεωρώντας δεδομένους τους άλλους, έρχεται κάποια στιγμή και η απουσία τους σου σπαράζει την ψυχή, γιατί δεν τους
έδειξες πόσο πολύτιμοι ήταν για σένα, δεν τους είπες όλα όσα θάθελες…και τώρα δεν θα έχεις την ευκαιρία ποτέ! Ποτέ πια!

Ο φόβος του Θανάτου, αυτή η γνώση της αναχώρησης, που γεννάει τον τρόμο τού «δεν υπάρχεις», αυτή η αγωνία μην ξεχαστείς.

Να ένας σημαντικός λόγος που κάνουμε παιδιά. Μέσα από τη δική τους ύπαρξη, θεωρούμε ότι δεν πεθαίνουμε. Κι έτσι ξεκινάει η τυρρανία και η εξόντωση των παιδιών, από την προσπάθειά μας να σιγουρευτούμε ότι θα ζούμε μέσα από αυτά
. Γραπωνόμαστε επάνω τους, κι όσο η δική μας ζωή λιγοστεύει, τόσο γινόμαστε εξοντωτικοί κι απάνθρωποι σχεδόν απέναντί τους.

Μόνο που θα ξεχαστούμε, γιατί αυτός είναι ο «νόμος».

Μπορούμε όμως και να συνεχίσουμε να υπάρχουμε μέσα στις ψυχές αυτών που συναντήσαμε, αυτών που γεύτηκαν την ηρεμία και τη γλυκύτητα τής ψυχής μας, αυτών τους οποίους δεν θεωρήσαμε ποτέ δεδομένους, να υπάρχουμε στις ψυχές αυτών που βάλαμε ένα λιθαράκι δημιουργίας, αυτών που η θύμησή μας θα φέρνει στα χείλη τους ένα χαμόγελο νοσταλγίας.


Ο Θάνατος!!!

Θα μπορούσε να είναι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στη ζωή τής βαρβαρότητας, τής κτηνωδίας, τής θλίψης και του πόνου και στη ζωή εκείνη που το πέρασμά της άφησε μια φωτεινή γραμμή.

Πηγή: karfitsa