Το τρένο

train'

Μπαίνεις στο τρένο, λες θα κατεβείς

στον τελευταίο σταθμό, εκεί

που θα ‘χεις ως την άκρη του εξαντλήσει

το δρόμο, θα ‘χεις δει τα πάντα, θα ‘χεις ζήσει

αυτό το υπέροχο, μοναδικό ταξίδι

που η τύχη σου έτσι γενναιόδωρη

βουλήθηκε, τυφλή, να σου χαρίσει, όμως κάτι

 

κάτι συμβαίνει εκεί, στον ενδιάμεσο σταθμό

και κατεβαίνεις, άσκοπα

σε δρόμους ασαφείς περιπλανιέσαι, χάνεσαι

σ’ ερημιές ατέλειωτες, μόνο θυμάσαι

 

θυμάσαι ακόμα το ταξίδι που παράτησες

τον τελευταίο σταθμό που δε θα φτάσεις

ποτέ σου δεν θα δεις, πόσα έχεις χάσει, μόνη

παρηγοριά σου τώρα μια υποψία

φαίνεται αυτο το τρένο πως δεν έχει

δεν έχει τελευταίο σταθμό, κανείς δε φτάνει

εκεί, τυχαία

ο κάθε ταξιδιώτης ανεβαίνει, κατεβαίνει

δεν έχει το ταξίδι αυτό λογαριασμό

 

δικές σου ματαιότητες, δικές σου

πλάνες οι ενθουσιασμοί, τα σχέδια, μα ωστόσο

πώς ν’ αντισταθείς, σε πνίγουν τα ερωτήματα,

     ποιος ήταν

ο ενδιάμεσος σταθμός, γιατί κατέβηκες, πού πας

ποιος σ’ έριξε σ’ αυτές τις ερημιές

πώς έμπλεξες σ’ αυτό το τρένο που δεν έχει

απάντηση καμιά, μόνο ερωτήματα

μόνο ερωτήματα και δρόμο χωρίς άκρη
χωρίς τέλος.

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Αναπηδήματα

Οι πέτρες που αναπηδούν στο νερό – παγκόσμιο παρόχθιο παιχνίδι

(αλλά και αυτοβιογραφικό τραγουδάκι του Ζορζ Μπρασένς)

images (7)

Εισαγωγικές παρατηρήσεις:

*  Το γεφύρι του Σηκουάνα που πήρε το όνομα του επαναστάτη κόμη  Μιραμπό (pont Mirabeau) κατασκευάστηκε στο τέλος του 19ου αιώνα (1893 -1896) και είναι φτιαγμένο από ατσάλι

*  Πον Μιραμπό είναι ο τίτλος ενός γνωστού ποιήματος του Απολινέρ. Γράφτηκε το 1913 κατά τη διάρκεια της γαλλικής Μπελ Επόκ, μιας περιόδου ευφορίας ανάμεσα στον γαλλοπρωσικό (1870-1871) και τον πρώτο παγκόσμιο πολέμο. Μία πινακίδα με στίχους του ποιήματος έχει εντοιχιστεί στη γέφυρα Μιραμπό.

*  Ο Ραστινιάκ είναι ένας μυθιστορηματικός χαρακτήρας του Ονορέ ντε Μπαλζάκ, (εμφανίζεται σε περισσότερα του ενός έργα του) και αντιπροσωπεύει τον αριβίστα επαρχιώτη που προσπαθεί να επιπλεύσει στο Παρίσι κάνοντας γνωριμίες και γοητεύοντας κυρίως τις γυναίκες ισχυρών πρωτευουσιάνων. Στο τραγούδι ο Μπρασένς καλεί τον Ραστινιάκ να μην ανησυχήσει από την άφιξη του νεαρού καλλιτέχνη, γιατί αδέξιος και σεμνός όπως είναι δεν πρόκειται να τον ανταγωνιστεί.

*  Το τραγούδι του Μπρασένς LES RICOCHETS  κυκλοφόρησε το 1976 στο άλμπουμ  DON JUAN.

*  Σας έφτιαξα μια ακόμη απόδοση στα ελληνικά στίχων του  Μπρασένς, προσπαθώντας οι λέξεις να χωράνε στην μελωδία. Παρουσίαση με προφορικό λόγο μόλις επιστρέψω στη βάση μου στη Θεσσαλονίκη.

*  Το ποίημα που  αφιέρωσε στο γεφύρι ο Απολινέρ  θα το δούμε (ίσως) χώρια.

 αρχείο λήψης

ΑΝΑΠΗΔΗΜΑΤΑ

 

Πρώτη μου φορά

βρισκόμουν μακριά 

απ’ τη γενέτειρά μου.

Εύελπις νεαρός

της γραφής πιστός

και του πενταγράμμου.

Στην Πόλη του Φωτός

αδέξιος, σεμνός,

ειχ’ αγκυροβολήσει.

Κι έτσι ο Ραστινιάκ

(ο ήρωάς σου ω Μπαλζάκ)

ας μην ανησυχήσει,

ας μην ανησυχήσει.

*

Ντόπιοι ηρεμία

για συναγερμό

δεν υπάρχει αιτία

Μην σκέφτεστε στραβά

της σκηνής με τραβά

            μοναχά η μαγεία.              

Μα πριν εκτεθώ

ως το πον Μιραμπό

λέω να κατηφορίσω

                στον Απολινέρ                   

των Μουσών εξπέρ

τιμή ν’ αποτίσω,   

τιμή ν’ αποτίσω.   

           Άμαθος, ζαβός             

αγνοούσα εντελώς

για τι σόι φασαρία

η βόλτα μου αυτή 

-όπως θ’ αποδειχθεί-

θα ’ναι αφετηρία,

καθώς στην καρδιά

ήρθε στα ξαφνικά

            και με πέτυχε διάνα           

αγάπης σαϊτιά

-με την πρώτη ματιά-

για μια Παριζιάνα,

για μια Παριζιάνα.

 *

Μην τα πολυλογώ

στου ποταμού το νερό

με κομψές  πιρουέτες

προσπαθούσε η μικρή

να εξασκηθεί

εκτοξεύοντας πέτρες.   

Μα ας μη το παινευτώ

στο παιχνίδι αυτό

τον καιρό εκείνο

ήμουν πρωταθλητής,

                  αλλά και εκπαιδευτής                    

                   λέω για κείνη να γίνω,                    

λέω για κείνη να γίνω.

 *

Για ένα σου φιλί

                                δίνω τη συνταγή,                                  

στου νερού τον καθρέφτη

η πέτρα πως πετά

και πώς αναπηδά

δίχως κάτω να πέφτει.

Λέει πως συμφωνεί

και δε παίρνει πολύ

όλα της τα μαθαίνω

κι έτσι να που εγώ

των φιλιών τον χυμό

απ’ τα χείλη της παίρνω,

απ’ τα χείλη της παίρνω.

 * 

Κι όπως οι παλιοί

στο παιχνίδι  οι ειδικοί

θα καταμαρτυρήσουν,

                        αν ξυπνάς νωρίς                          

              πλατιές πέτρες θα βρεις             

που θ’ αναπηδήσουν,

έτσι κι εμείς, αν θες,

ίσιες πέτρες πλατιές

ψάχνοντας στην αράδα,

                       σχεδιάσαμε ξανά                            

                           νέους χάρτες με ά-                             

-ξονα την τρυφεράδα, 

-ξονα την τρυφεράδα.

          *             

                          Μα δεν φτουράει το καλό                            

και στο πον Μιραμπό     

θα πέσει η αυλαία,

μ’ ένα αναπήδημα

θα μου φύγει μακριά

η άστατη νέα.

Για έναν σιτεμένο

στα αζήτητα μένω

εγώ κι όλοι μου οι μόχθοι,

έναν Κροίσο ζωντανό

και εκτός απ’ αυτό: (κι επιβαρυντικό)

απ’ τη δεξιά όχθη,

απ’ τη δεξιά όχθη.

Στου γεφυριού την άκρη ΄

                    μαύρο έριχνα δάκρυ                    

θύμα αγάπης οξείας.

Και να που ο ποταμός

ανεβαίνει διαρκώς        

ως τη στάθμη ασφαλείας.

Και αν δεν έδωσα μια

να βρεθώ στα βαθειά

                                          -άλμα απεγνωσμένο-                                         

είναι γιατί το νερό

               στο σημείο αυτό               

είν’ πολύ μολυσμένο,

είν’ πολύ μολυσμένο.

Από τις συμφορές,

υπάρχουν φορές,

που κερδίζεις σε γνώση,

μια που δεν ειν’ γραφτό

στον κόσμο αυτό

κανείς να σε σώσει.

Μα ας μη το παρατραβώ

κι ως το πον Μιραμπό

ας κατηφορίσω

τον Απολινέρ

των Μουσών εξπέρ

για να χαιρετίσω,

για να χαιρετίσω.

2nlteyr 

LES RICOCHETS

J’avais dix-huit ans
Tout juste et quittant
Ma ville natale
Un beau jour, o gué!
Je vins débarquer
dans la capitale
J’entrai pas aux cris
D’ »À nous deux Paris »
En Île-de-France
Que ton Rastignac
N’ait cure, ô Balzac!
De ma concurrence
De ma concurrence

Gens en place, dormez
Sans vous alarmer,
Rien ne vous menace
Ce n’est qu’un jeune sot
Qui monte a l’assaut
Du petit Montparnasse
On s’étonnera pas
Si mes premiers pas
Tout droit me menèrent
Au pont Mirabeau
Pour un coup de chapeau
A l’Apollinaire
A l’Apollinaire

Bec enfariné
Pouvais-je deviner
Le remue-ménage
Que dans mon destin
Causerait soudain
Ce pèlerinage?
Que circonvenu
Mon coeur ingénu
Allait faire des siennes
Tomber amoureux
De sa toute pre-
miere Parisienne.
miere Parisienne.

N’anticipons pas,
Sur la berge en bas
Tout contre une pile,
La belle tâchait
D’faire des ricochets
D’une main malhabile
Moi, dans ce temps-la
Je ne dis pas cela
En bombant le torse,
L’air avantageux
J’étais a ce jeu
De première force.
De première force.

Tu m’donnes un baiser,
Ai-je propose
À la demoiselle;
Et moi, sans retard
Je t’apprends de cet art
Toutes les ficelles.
Affaire conclue,
En une heure elle eut,
L’adresse requise.
En change, moi
Je cueillis plein d’émoi
Ses lèvres exquises.
Ses lèvres exquises.

Et durant un temps
Les journaux d’antan
D’ailleurs le relatent
Fallait se lever
Matin pour trouver
Une pierre plate.
On redessina
Du pont d’Iéna
Au pont Alexandre
Jusque Saint-Michel,
Mais à notre échelle,
La carte du tendre.
La carte du tendre.

Mais c’était trop beau:
Au pont Mirabeau
La belle volage
Un jour se perchait
Sur un ricochet
Et gagnait le large.
Elle me fit faux-bond
Pour un vieux barbon,
La petite ingrate,
Un Crésus vivant
Détail aggravant
Sur la rive droite.
Sur la rive droite.

J’en pleurai pas mal,
Le flux lacrymal
Me fit la quinzaine.
Au viaduc d’Auteuil
Parait qu’a vue d’oeil
Grossissait la Seine.
Et si, pont de l’Alma,
J’ai pas noyé ma
Détresse ineffable,
C’est que l’eau coulant sous
Les pieds du zouzou
Était imbuvable.
Était imbuvable.

Et que j’avais acquis
Cette conviction qui
Du reste me navre
Que mort ou vivant
Ce n’est pas souvent
Qu’on arrive au havre.
Nous attristons pas,
Allons de ce pas
Donner, débonnaires,
Au pont Mirabeau
Un coup de chapeau
A l’Apollinaire.
A l’Apollinaire.

πινακίδα

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ:  vnottas 

Γυμνή Αλήθεια

Ξέρεις τι με φοβίζει περισσότερο;
Μήπως μια μέρα ξυπνήσω μόνος
κι οι άνθρωποι έχουν φύγει μακριά 
δίχως συγχώρεση.

Φοβάμαι μήπως ένα φθινοπωρινό απόγευμα ξυπνήσω
κι όλοι όσοι αγάπησα αληθινά μ’ έχουν αφήσει, 
αμφισβητώντας το πάθος μου γι’ αυτούς.

Φοβάμαι μήπως ανοίξω τα μάτια σαν να ξαναγεννιέμαι
κι όσοι πλήγωσα με τον υπέρμετρο εγωισμό μου 
έχουν χαράξει νέους δρόμους στη ζωή τους,
σ’ άλλη κατεύθυνση απ’ τ’ άδειο σπιτικό.

Φοβάμαι μήπως έρθει μια νύχτα παγωμένη
που θ’ αποζητήσω τη φιλική στοργή, τον έρωτα,
τη θαλπωρή της οικογένειας, 
το χαμόγελό σου,
μα θα μυρίζει σκόνη κι υγρασία η σιωπή.

Θα στέκομαι εκεί,
πίσω απ’ την κατεβασμένη γρίλια,
με άλμπουμ παλιών φωτογραφιών μισάνοιχτα 
απλωμένα στους καναπέδες,
εφημερίδες κι αποκόμματα αραδιασμένα στο πάτωμα
με τις «επιτυχίες» που κυνηγούσα τα χρόνια του παραλογισμού,
τα χρόνια που έπρεπε να σ’ αγκαλιάζω… 

Και το τηλέφωνο δεν θα χτυπάει,
δεν θα θυμάμαι τον ήχο της φωνής σου,
ούτε το γέλιο σου κάθε που κοροϊδεύαμε του φοβισμένους.

Φοβάμαι μήπως μια μέρα κοιταχτώ στον καθρέφτη
και μετανιώσω,
και συνειδητοποιήσω το χειρότερο,
πως έφυγαν όλοι δίχως να πιστεύουν πια τις λέξεις μου,
το «σ’ αγαπώ»,
το «είμαι φίλος σου»,
το «δεν ήθελα ποτέ να σε πληγώσω»,
το πιο μεγάλο μου «συγνώμη»,
αυτό το γαμημένο συγνώμη που αν στο ‘χα πει νωρίτερα 
ίσως να μ’ είχες συγχωρέσει, 
ίσως να ήσουν τώρα κάπου εδώ κοντά,
ίσως να έστελνες ένα μήνυμα μικρό, δυο λέξεις μόνο -βάλσαμο,
«τι κάνεις»…

Φοβάμαι πως στον κήπο έχει ξεραθεί πια το γρασίδι,
ένα παμπάλαιο τασάκι στο τραπέζι απέμεινε, ξεθωριασμένο,
μου το ‘χες χαρίσει σε μια γιορτή,
τότε που στρίβαμε μαζί τσιγάρο
ζωγραφίζοντας όνειρα μ’ ανάσες καπνού…

Μου μιλούσες,
μα όλα τα νόμιζα φιλοφρονήσεις ή επιθέσεις,
-άδικα σε τυφλώνει ο εγωισμός καμιά φορά, ε;

Μου μιλούσες, μα σε κορόιδευα,
σου έλεγα «ζήσε»,
έπειτα σε πλήγωνα με τις πιο αιχμηρές μου λέξεις,
σου έλεγα θυμάμαι «δεν αξίζεις πια,
δεν ζεις με την ψυχή σου,
δεν ξέρεις να μοιράζεσαι,
δεν προχωράς τόσο γρήγορα μπροστά όσο εγώ»,
«όσο εγώ»,
«εγώ»,
«εγώ»,
«εγώ»,
πάντα αυτό το εγώ…

Κι εσύ μετά δε μιλούσες,
κι όταν μίλησες δεν ήθελα να καταλάβω,
και μιλούσες και μιλούσα πιο δυνατά,
μέχρι που μίλησες σιγά, σχεδόν ψιθυριστά,
η τελευταία φορά που θυμάμαι τη μορφή σου θαρρώ ήταν,
καθώς έλεγες:

«Φοβάμαι για σένα, 
μα τι σημασία έχει αν δεν φοβάσαι εσύ…»
Έπειτα έφυγες για πάντα.


ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Δε μετάνιωσα…

pebbles

   

Στο χέρι μου κρατούσα ένα ολοστρόγγυλο βότσαλο, που είχα συμμαζέψει  πρωτύτερα από την ακροθαλασσιά. Με είχε εντυπωσιάσει το χρώμα του και το προόριζα για τη συλλογή μου. Και εδώ, μέσα στην απόλυτη σιωπή, που ένα γύρω όλα κρατούσαν την ανάσα τους, σκέφτηκα να το θυσιάσω. Να το ρίξω στο νερό, να ταράξω τη φυσική τάξη των πραγμάτων, την ηρεμία που επικρατούσε. Να κάνω τη θάλασσα ν’ ανατριχιάσει, να ριγήσει, να σπάσω την αρμονία της στιγμής…

 Throwing_stones_at_the_sea

030

Το πέταξα, κι απ’ το σημείο που έπεσε άρχισαν να σχηματίζονται μικροί κύκλοι που άνοιγαν και μεγάλωναν κι απομακρύνονταν μέχρι που έφτασαν ν’ αγγίξουν ένα γλαροπούλι που έπλεε πιο πέρα. Δεν είχα προσέξει την ύπαρξή του. Κι αυτό το άμοιρο δε φοβήθηκε καθόλου με το απρόσμενο κυματάκι· αντίθετα έδειχνε να του αρέσει. Μου ’δωσε την εντύπωση πως χαμογελούσε. Μάλλον το πήρε για παιχνίδι…

Αν είχα κι άλλα βότσαλα θα συνέχιζα κι εγώ το παιχνίδι… Να προκαλώ τη θάλασσα, να μην την αφήνω στην ησυχία της. Δεν είχα όμως. Το ένα και μοναδικό που διάλεξα για άλλο σκοπό, το έριξα στην αγκαλιά της.

       Δεν μετάνιωσα για το πανέμορφο βότσαλο. Μου χάρισε μια θαυμάσια πρωινή εικόνα.…

022

(images)

ΠΗΓΗ και  ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ: ΣΤΡΑΤΟΣ ΔΟΥΚΑΚΗΣ

Ανώνυμη πορεία…

 

92451a1308a0753c82c703814ae42be6.jpg

Σφραγίζω του φεγγαριού τη πλέξη πάνω στους τοίχους…

Σκαλώνουν οι λέξεις σ’ απρόσμενες γωνιές σκόνης

δίχως να συναντιούνται ποτέ με τις σκέψεις μου…

Κάποιες που νανουρίζουν τις λύπες

σ’ ένα οικείο δρομολόγιο, μετράνε αποστάσεις…

Σημαδεύουν νοερές χαρακιές πάνω σε ράγες αναμονής

μιας άφιξης, μιας αναχώρησης του τρένου που χωράει τη φυγή μου…

Φωτίζει το φεγγάρι φτερουγίσματα γραμμάτων

στο αλφαβητάρι των απίθανων αποχρώσεων του μυαλού…

Κι αυτές οι λέξεις…. πως να σμίξουν μ’ όσα ζωσμένη είναι η ψυχή….

πως να ντυθούν στιγμές που μουρμουρίζουν στον άνεμο….

 

Πηγή και ευχαριστώ:  *Αναστασία* 

 

Oι Ώρες

 

daktylios

(εικόνα)

γλιστρούν οι Ώρες,
σέρνονται με τα γερασμένα τους στομάχια, πάνω σε θορυβώδη πατώματα, σε ιδρωμένα δέρματα, σε ρημαγμένα αποτσίγαρα.
Κυκλώνουν τις ανάσες μας, το αγχωμένο σου περπάτημα, το κουρασμένο μου σύμπαν.
Γίνονται η άμμος που γδύνει την κλεψύδρα κι όταν σταματήσει το μέτρημα, αποτραβιούνται νωχελικά, για να βρουν άλλα κουφάρια.

Περιοδεύουν στους ίσκιους και στις μεσοτοιχίες, στα άδεια μπαλκόνια και στα πνιγμένα αναφιλητά, στα γάργαρα τηλεφωνήματα και στις ανάπαυλες αμηχανίας.

τα δευτερόλεπτα που μετρούν στα μάτια σου, αυτή τη στιγμή που διαβάζεις, είναι οι ανίεροι λαθρεπιβάτες που σου κλέβουν αυτό το “λίγο ακόμα” που κάποτε θα ζητήσεις ως πίστωση για όσα δεν πρόλαβες.

τα δευτερόλεπτα που μετρούν στα δάκτυλα μου, αυτή τη στιγμή που σου γράφω, είναι οι μοιραίες ερωμένες που διάλεξα να γεννήσουν τα μπάσταρδα παιδιά της μοναξιάς μου.

ΠΗΓΗ και  ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ