Τα κομμάτια του »είναι»…

   Να γράψω λες και χτυπάς τα πλήκτρα στο πληκτρολόγιο.

  Μια μουσική που δεν έμαθες, παρά να βαράς δυο-τρία δάχτυλα στο τραπέζι, παρασταίνοντας τον  ήχο απ΄το τύμπανο.

  …Η αφεντιά μου, αυτοπροσώπως.

  Αυτό που φαίνεται ,με ένα κομμάτι του »είναι».

  Εκείνο που έμεινε παιδάκι, ζαχαρώνοντας τις αναμνήσεις.

 Σκέψεις πολλές, ασύντακτες, στριμώχνονται κάθε τόσο, ποια θα κάτσει πρώτη στου μυαλού την τζαμαρία.

  Επικρατεί πάντα εκείνο το παιδάκι, που προσπαθούσε να κουμαντάρει την χειροποίητη βαρκούλα στο ανταριασμένο τσιμενταύλακο.

  …Θα ασβεστώσει πάλι το παιδάκι το ραγισμένο παλιόσπιτο, το ρυτιδιασμένο κορμί, από τα κονταροχτυπήματα, που κάνουν οι φόβοι και οι αντιρρήσεις, στο πίσω μέρος του μυαλού.

  Τ ι πιστεύετε ότι είμαστε ;

  Αυτό που φαίνεται ή τάχα αυτό, που θέλουμε να δείξουμε ;

  Μια γερασμένη διμοιρία είμαστε σε ένα, που βάζουμε μπροστά  άλλοτε τον πιο μικρό και θαρραλέο, κι άλλοτε τον πιο τολμηρό,μ΄ένα ποτήρι ποτό κι ένα τσιγάρο στο χέρι, να βρουν τον δρόμο.

  Μέσα μας οι φοβίες, οι ανασφάλειες, τα κολλήματα, οι αρρώστιες, οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες δίνουν μάχη χαρακωμάτων, να μείνουμε άνυδρο κουφάρι στην έρημο.

  Από κοντά και η σκιά μας , γιατί πρέπει κάποιος άγνωστος να μας κυνηγάει.

  Στα μπροστινά καθίσματα στριμώχνονται οι ρόλοι.

  Απαιτητικοί και διαφορετικοί με σχέσεις αλληλεξάρτησης με τις πίσω θέσεις.

  Γιος, πατέρας, σύζυγος, εραστής, πελάτης, αφεντικό, επιβάτης,επισκέπτης, περιπατητής, γυμναζόμενος, αβοήθητος, κλέφτης και απατημένος, ικέτης κι ελεήμων.

   ΄Ολοι θέλουν να φτάσουν στον προορισμό τους, τσακώνονται μεταξύ τους για την πρωτοκαθεδρία , σπρώχνονται και κάθε φορά τους βγάζει από το αδιέξοδο, ο αντίστοιχος ρόλος για την ανάγκη ή τον κίνδυνο.

  Ψάχνουν να οργανωθούν , να πάνε όλοι μαζί, μα στο τέλος… είτε ο τρελός θα τους οδηγήσει, γιατί έχει μια ιδέα και δεν σηκώνει και πολλά.

  Είτε το παιδάκι, που παραμονεύει  σε μια γωνιά,  κρατώντας άσβεστη κι ανόθευτη την ελπίδα, θα τους ξαναδώσει κουράγιο με τις θύμησες και την τόλμη, που φοράει το παιδικό πουκάμισο της αφέλειας.

  Ξαναείδα την αφεντιά μου στο χωριό…΄Οπως μπόρεσα , καθώς καθρεφτίστηκα φευγαλέα σε μια γούρνα του δρόμου.

  Θυμάμαι περπάτησα προς την πλατεία..

  Εγώ, το παιδί μέσα μου δηλαδή, ο γιος πού΄χασε τον πατέρα του…

  Ο πατέρας και σύζυγος,φίλος, συγγενής,γείτονας, χωριανός και ξένος…

  Φευγάτος και παλιννοστήσας..

  Κομμάτια σφιχταγκαλιασμένα ,κουβάρι, κατηφόρισαν…

Κουμάντο έκανε το παιδί μέσα μου… Οικείος ο χώρος γιαυτό..

  Ξυλιασμένα τα χέρια μου, τ΄αυλάκωνε το κομπολόι τα δάχτυλα…

  Κόβονταν , όπως τότε ,που κουβαλούσα νερό με το παγούρι απ΄το μοτέρ, απέναντι απ΄τον Αη Γιώργη.

  ΄Αλλαξαν πολλά τριγύρω. Δυσκολεύεται το παιδί να συνταιριάξει τις αναμνήσεις.

  Και τα πρόσωπα αλλαγμένα απ΄την αμμοβολή του χρόνου, χρειάζεται προσπάθεια να σμίξει το »μοιάζει» με το »είναι».΄Ασε που πολλοί και καλοί μετακόμισαν στους Αγίους Αναργύρους, θεός συγχωρέσ΄ τους…

  Από τις λίγες φορές που όλα τα κομμάτια μόνιασαν και πειθάρχησαν πίσω απ΄το παιδί μέσα μου.

  ΄Ισως κι η τελευταία…

ΠΗΓΗ και ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ